Ο Κώστας Κ. Κυριάκου γεννήθηκε το 1955 στη Δερβιτσάνη της Δερόπολης, στην περιοχή του Αργυροκάστρου της Βορείου Ηπείρου. Μεγάλωσε μέσα στο ασφυκτικό περιβάλλον της κομμουνιστικής δικτατορίας του Ενβέρ Χότζα Το 1974, σε ηλικία μόλις 18 ετών, όντας μαθητής της τετάρτης τάξης του Γυμνασίου Αργυροκάστρου, πέρασε στην ενεργό αντίσταση κατά του καθεστώτος. Μαζί με τους αδελφικούς του φίλους, Αριστοτέλη και Σωκράτη, συνέταξαν και σκόρπισαν χειρόγραφες προκηρύξεις κατά της τυραννίας. Στις 6 Μαΐου 1974 συνελήφθη βίαια από τη μυστική αστυνομία (Sigurimi) μέσα στην τάξη του, μπροστά στα μάτια των συμμαθητών του. Μετά από οκτώ μήνες σκληρών ανακρίσεων και βασανιστηρίων, καταδικάστηκε κεκλεισμένων των θυρών σε 9 χρόνια στα κάτεργα. Εξέτισε την ποινή του ως μηναδόρος-πιστολαδόρος στα διαβόητα μεσαιωνικά ορυχεία χαλκού, πυρίτιδας και χρωμίου του στρατοπέδου καταναγκαστικής εργασίας στο Σπατς, αποτελώντας τον νεότερο κρατούμενο σε αυτό το επικίνδυνο πόστο. Αποφυλακίστηκε τα μεσάνυχτα της 16ης Νοεμβρίου 1982 και επέστρεψε στη γενέθλια γη, ξεκινώντας έναν νέο, αόρατο πόλεμο ενημέρωσης, φυγαδεύοντας κρυφά στην Ελλάδα επιστολές-ντοκουμέντα μέσα σε πακέτα τσιγάρων. Τον Ιούλιο του 1990, έχοντας γίνει αντιληπτός από τη Sigurimi και αρνούμενος να μετατραπεί σε όργανό της, δραπέτευσε με κίνδυνο ζωής στην Ελλάδα μέσα από το ναρκοπέδιο των συνόρων και την απόκρημνη κορυφή «Σκάλωμα». Το 1992 επέστρεψε στη Δερβιτσάνη, όπου εκλέχθηκε ομόφωνα Δημογέροντας του χωριού και πρωτοστάτησε στην αναδιοργάνωση της ΟΜΟΝΟΙΑΣ για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της εθνικής ελληνικής μειονότητας. Η δράση του προκάλεσε την οργή του μετακομμουνιστικού καθεστώτος του Σαλί Μπερίσα. Στις 18 Απριλίου 1994 συνελήφθη για δεύτερη φορά μέσα στο σπίτι του, μετά από βίαιη εισβολή πάνοπλων αστυνομικών, και οδηγήθηκε σιδηροδέσμιος στα Τίρανα, όπου δικάστηκε στη διεθνώς γνωστή «Δίκη των Πέντε» στελεχών της ΟΜΟΝΟΙΑΣ. Μετά την αποφυλάκισή του το 1995, ύστερα από διεθνή κινητοποίηση και την προσωπική παρέμβαση του τότε Υφυπουργού Εξωτερικών Γεωργίου-Αλεξάνδρου Μαγκάκη, εισήχθη με υποτροφία στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έκτοτε, ως πτυχιούχος Νομικής, αφιέρωσε τη ζωή του στην υπεράσπιση, τη νομική προστασία και τη συμπαράσταση των συμπατριωτών του Βορειοηπειρωτών. Το 1997, κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικής του συνέντευξης, ο μακαριστός Καθηγητής και Πατήρ Γεώργιος Μεταλλινός τον «βάπτισε» με τον τίτλο του «Εθνοομολογητή», αναγνωρίζοντας το χρέος του να ομολογεί παντού και πάντα τα πάθη και τους αγώνες του Ελληνισμού. Τα βιβλία του αποτελούν την εκπλήρωση αυτού του ιερού χρέους μνήμης και την επίσημη κατάθεση της συγκλονιστικής του αυτοβιογραφίας.