του Συγγραφέα
Από καιρό στροβίλιζε στη σκέψη μου, η επιθυμία να γράψω το δωδέκατο θεατρικό μου έργο. Περίμενα εκείνη τη σπίθα που σου κεντρίζει το μυαλό και σε παρακινεί να ξεκινήσεις το ταξίδι. Μια φωτεινή στιγμή, που ξανοίγεται μπροστά σου ο μύθος και συνταιριάζονται σκέψεις, επιθυμίες και φαντασία.
Με την βοήθεια του Θεού, άναψε αυτή η σπίθα μέσα μου, αυτό το καλοκαίρι του 2026, ενώ βρισκόμουν για ανάπαυση στο μαγευτικό Στρατώνι της Χαλκιδικής.
Εκεί που τα κύματα τη νύχτα διηγούνται ιστορίες, που ξεκινούν από πολύ μακριά, μέχρι οι ήχοι να φτάσουν, κάτω στο φεγγαρόφωτο και να εξάψουν τα όνειρα, τις επιθυμίες, την ανεκπλήρωτη γαλήνη, που περιμένεις. Την ίδια ώρα φορτία από χρυσαφένια όνειρα ταξιδεύουν στην άλλη άκρη του κόσμου. Αγκομαχούν τα καράβια πάνω στα αγριεμένα κύματα και βάζουν πλώρη για τον προορισμό, ανάμεσα από βροντές και αστραπές άλλοτε κι άλλοτε απολαμβάνοντας την γαλήνη μιας θάλασσας λάδι.
Ένα τέτοιο όνειρο, παρακίνησε το χέρι μου να σας διηγηθώ το έργο αυτό. Είμαι παππούς και οι γέροντες αρέσκονται στα παραμύθια. Έτσι, το έργο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Περιφέρεται σε άγριες ή γαληνεμένες θάλασσες και το κάνει με αγάπη. Αγάπη για όσα ζήσαμε, με επιδιώξεις λουσμένες από ιδρώτα, που στάζει από το μέτωπο, τώρα, έτσι, σαν τιμωρία, καλοκαιριάτικα. Διότι πρέπει να ιδρώσει κανείς για να προλάβει το καράβι της φαντασίας του και να φτάσει εγκαίρως στον προορισμό του.
Διαφορετικά το καράβι θα σκουριάσει σε μια παραλία και δεν θα έχει τίποτα να διηγηθεί. Παραδίδω αυτό το δωδέκατο έργο μου, με πραγματική αγάπη και την ελπίδα ότι θα φτάσει κάποτε στον προορισμό του: Να ανέβει δηλαδή σε μια θεατρική σκηνή. Το έργο αυτό, το αφιερώνω στη γυναίκα της ζωής μου, Χρυσούλα Κολοκοτρώνη, η οποία επί πενήντα δύο χρόνια στάθηκε δίπλα μου, στα εύκολα και, κυρίως στα δύσκολα, αδιαμαρτύρητα και με απεριόριστη αφοσίωση.

