Με μολύβια, κάρβουνα, παστέλ και βρόμικες υφές, ο Παναγιώτης Πανταζής δίνει μορφή στους χαρακτήρες και στα τοπία της ιστορίας του Καζαντζάκη. Απεικονίζει τη σταδιακή παρακμή του χωριού και των κατοίκων του, κάνοντας τις λεπτές γραμμές του σχεδίου ολοένα και πιο παχιές και έντονες. Συνδιαλέγεται δημιουργικά με το έργο, δίνοντάς του, τελικά, μια νέα διάσταση.
Σ’ ένα ελληνικό χωριό της Ανατολίας, οι κάτοικοι –τηρώντας το πατροπαράδοτο έθιμο– ετοιμάζονται ν’ αναβιώσουν το Θείο Πάθος. Ο παπα-Γρηγόρης και οι προεστοί επιλέγουν τα πρόσωπα που θα λάβουν μέρος σε αυτή την ιδιότυπη παράσταση. Απλοί χωρικοί αναλαμβάνουν τους ρόλους των Μαθητών και του Χριστού. Όταν όμως καταφθάνουν πρόσφυγες ζητώντας άσυλο, διωγμένοι από τους Τούρκους και με επικεφαλής τον παπα-Φώτη, οι ισορροπίες ανατρέπονται.
Παρότι ομοεθνείς και ομόθρησκοι με τους κατοίκους της Λυκόβρυσης, οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται ως απειλή· εκδιώκονται και αναγκάζονται να βρουν καταφύγιο στο ορεινό τοπίο της Σαρακήνας. Οι ρόλοι που έχουν ανατεθεί στους χωρικούς αρχίζουν να επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο την καθημερινότητά τους. Ο Μανολιός, ο νεαρός βοσκός που επιλέχθηκε να ενσαρκώσει τον Χριστό, διεκδικεί ενεργά τη στήριξη των προσφύγων και έρχεται, μαζί με τους «Μαθητές» του, σε σύγκρουση με την αδικία, την υποκρισία και τη σκληρότητα του κατεστημένου. Η τραγική κατάληξη σφραγίζει το δράμα καθώς ρόλοι και ζωή διαπλέκονται αξεδιάλυτα.
Στο αριστούργημά του, ο Νίκος Καζαντζάκης αναμετριέται με βαθιά υπαρξιακά και διαχρονικά ερωτήματα, αφηγούμενος την αιώνια ιστορία του ανθρώπου – μια ιστορία γεμάτη πόνο, αγάπη, μίσος, θάρρος, προδοσία και αλληλεγγύη.