Στην κλασική πλέον μελέτη του Το πρόβλημα του όντος στον Αριστοτέλη, ο Πιερ Ωμπάνκ αναλαμβάνει το κοπιώδες έργο να διαβάσει τις δεκατέσσερις αριστοτελικές πραγματείες χωρίς τους διαστρεβλωτικούς φακούς αυτής της ενοποιητικής παράδοσης. Στόχος του είναι να προσεγγίσει τον Αριστοτέλη ως έναν γνήσια απορητικό φιλόσοφο που μάχεται για τη σύσταση μιας ανώτατης επιστήμης, της πρώτης φιλοσοφίας, για τα αντικείμενα της οποίας έχει και ο ίδιος διαφορετικές και συχνά αντικρουόμενες απόψεις.
Ο τίτλος της μελέτης είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικός. Ο Ωμπάνκ δεν θα προσθέσει άλλη μία ερμηνευτική εκδοχή στην προσπάθεια ενοποίησης των αριστοτελικών πραγματειών. Θα αναδείξει, αντιθέτως, την αριστοτελική προβληματική που βασίζεται αφενός στην εγγενή πολυσημία της έννοιας του όντος (τὸ ὂν λέγεται πολλαχῶς) και αφετέρου στη σχάση της πρώτης φιλοσοφίας ανάμεσα στην εκδοχή που τη θέλει να μελετά το ανώτατο είδος όντος, δηλαδή τη θεϊκή ουσία, και την εκδοχή που την καθιστά καθολική επιστήμη του όντος ως όντος. Με τον τρόπο αυτό, ο Ωμπάνκ θα προβάλει την ουσιωδώς διαλεκτική και απορητική διάσταση της αριστοτελικής πρώτης φιλοσοφίας. Το ερώτημα του όντος, αυτό τὸ πάλαι τε καὶ νῦν καὶ ἀεὶ ζητούμενον καὶ ἀεὶ ἀπορούμενον, σύμφωνα με την περίφημη φράση από τα Μετὰ τὰ Φυσικά, θα καταστεί έτσι όχι μόνο η αναγνωρισμένη αρχή αλλά και το πραγματικό όριο του στοχασμού του Σταγειρίτη.

