«Πες μου πάλι για τον Βέντραν» είπε η Έβα και αγκάλιασε
τη μαμά της σφιχτά.
«Τι θα ήθελες να μάθεις;»
«Πες μου πού πήγε σήμερα και τι έκανε».
«Αχ, σήμερα πήγε παντού» είπε η μαμά αγκαλιάζοντας τη μικρούλα. «Πρωί πρωί ήπιε λίγες σταγόνες δροσιάς απ’ τα φύλλα του γρασιδιού
στο πάρκο. Τους είπε ψιθυριστά ότι πρέπει να μεγαλώσουν γρήγορα για να μπορέσεις εσύ να τρέχεις ξυπόλυτη ψάχνοντας για πασχαλίτσες.
Μετά, καβαλώντας την ομίχλη δίπλα στο παράθυρο του λεωφορείου,
μου έκανε παρέα μέχρι τη δουλειά μου.
Το απόγευμα, στο νηπιαγωγείο, γλίστρησε πάνω στο γυαλί μαζί με τις σταγόνες της βροχής ενώ εσύ ζωγράφιζες μετά το μεσημεριανό σου. Στο τέλος, πήγε πίσω από τα βουνά μαζί με τον ήλιο, για να μάθει τι μας περιμένει αύριο».