ΛΟΒ
Έκλεψε όλα τα αστέρια του ουρανού και τα έκρυψε, για να λάμπεις
μόνο εσύ τη νύχτα.
Ζήλεψε ακόμα και τη σκιά σου που σε ακολουθούσε παντού
Κοιμόταν μέρες και νύχτες γιατί στα όνειρά του τον αγαπούσες
Διέσχισε τον υπερατλαντικό δρόμο μέχρι την απέναντι πολυκατοικία
για να σου χτυπήσει το κουδούνι
Για να σε δει να βγαίνεις στο μπαλκόνι και να φωνάζεις «Ποιος είναι;»
και να ψιθυρίζει σκυφτός «Κανένας» γιατί σε τρόμαξε
Πώς νιώθει κάποιος που δίνει αγάπη αλλά δεν του δίνεται τίποτε;
Πώς νιώθει κάποιος ασήμαντος χωρίς εσένα;
*
150623
Μου πήρε πολύ καιρό ώστε να μπορέσω και πάλι από την αρχή να
γράψω για σένα, να μιλήσω για σένα, να ρωτήσω για σένα.
Νόμιζα ότι ήταν δύσκολο, αλλά η γλώσσα λύθηκε έπειτα από τη
μακροχρόνια προσμονή, εγκατέλειψε την αίθουσα αναμονής και προχώρησε προς την έξοδο, επιτέλους χωρίς ανόητες υπεκφυγές
και ρηχές δικαιολογίες.
Όλα αυτά ένα βράδυ καλοκαιριού, βροχερό, έγινε η αρχή με τον πιο
απρόσμενο ή παράδοξο τρόπο.
Οι λέξεις ξεχύθηκαν στο χαρτί και πήραν σχήμα και νόημα, τα γράμματα
άρχισαν τα προκαταρκτικά, οι λέξεις συνευρέθηκαν, ολοκληρώνοντας σε προτάσεις.
Χωρίς προετοιμασία, ειδυλλιακά τοπία, λόγια πολλά. Αυθόρμητα
αναδύθηκε το πάθος και κυριάρχησε πάνω μας.
*
ΓΗΡΑΣ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ
Μια λάμπα αργοπεθαίνει
αφήνει την τελευταία της πνοή στο μπάνιο
και μαζί της σβήνει
τις ρυτίδες από το πρόσωπο του καθρέφτη μου.
Τα χρόνια κυλούν αργά σαν σαλιγκάρι
αφήνοντας πίσω τους γλοιώδεις γραμμές γηρατειών
ο Χρόνος συναγωνίζεται τον Φειδία, σκαλίζει επίμονα εμένα
στο τέλος θα ξέρω το πρόσωπο του χρόνου τι μορφή έχει.
Παρακαλώ, συμπληρώστε το email σας και πατήστε αποστολή.