Η Φθορά
Θα δεχτώ τη φθορά
που το σώμα χαϊδεύει
λίγο λίγο το κλέβει
χοϊκή αγκαλιά.
Κι ας βαδίζαμε αργά
μάς αντάμωσε ’κείνη
Λίγο χώμα θα μείνει,
είπε· και μια σκιά.
Θα κοιτώ της ζωής
πώς στενεύει ο δρόμος.
Δεν περνάει ο χρόνος
μα περνάμε εμείς.
Αύγουστος
Πολλές νύχτες σε κοίταζα
πίσω από ένα τζάμι με στάλες
που κυνηγούσαν η μια την άλλη
ποια θα φτάσει πιο γρήγορα στων ψυχών μας την οφρύ του λόφου
Εγώ με την αντέννα σπασμένη
κοιλοπονώντας το άδειασμα του εαυτού
σκαλίζοντας τις οπές της καρδιάς
Εσύ στην καστροπολιτεία σου
με τη λαλιά σου στ’ αυτιά
και στα μάτια
τα χέρια τα παιδικά σου
που μου λύνουν ενίοτε
το λαρύγγι απ’ τους κόμπους των άλλων χεριών σου.
Των χεριών που απλώνεις με λύπη
στη μεριά ενός τίμιου κλέφτη
κι ενός φλοίσβου που δεν ακούγεται.
Έχω να ανέβω πολλές κορυφές
πολλά κύματα μένουν να πιάσουν λιμάνι
Κι έχω να δώσω πίσω ασμένως το χέρι
σε χειραψίες του ήλιου την ώρα που βρέχει
την ώρα που η γεύση της πέτρας
απ’ του χωριού μας την αυλή
ως τη μαρίνα που άραξα διήκει.
Μήπως άργησα άκων
να ξεμπλέξω τα μαλλιά σου απ’ τα σύννεφα
και λογιών λογιών τα χρυσάνθεμα
Μήπως ξέχασα –συγγνώμη–
κάποιο βράδυ του Αυγούστου
εν κρυπτώ και παραβύστω να βγω
νοτισμένο χώμα και δρόσο να σου μαζέψω
με τις άγουρες χούφτες μου
που φοβάσαι ακόμη.