Θυμάσαι το Τρέντσιν;
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-374-9
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 7/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Σλοβακική
Ενιαία τιμή έως 24/1/2028
€ 12.72 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 140 σελ.
Περιγραφή

Ο Βίντσεντ, ένας εκκεντρικός ιδιοκτήτης παλαιοβιβλιοπωλείου, η Λάουρα, η πιστή συνοδοιπόρος του, ο γιος της ο Όλιβερ, η Τάμαρα, μια δημοσιογράφος από μακριά, και ο ζωγράφος Άλμπερτ συναντιούνται στους δρόμους του Τρέντσιν και εξερευνούν τις κρυφές γωνιές της πόλης. Περιπλανώμενοι σε διαφορετικές χρονικές και πνευματικές διαστάσεις, ανακαλύπτουν έναν τόπο όπου το χθες, το σήμερα και το αύριο, το εδώ και το εκεί, μοιάζουν να συνυπάρχουν.

Ο καιρός, η αρχιτεκτονική και εμβληματικά σημεία της πόλης, όπως ο ποταμός Βαχ και το κάστρο, αποτελούν το σκηνικό των περιπετειών τους, εκεί όπου τα σύνορα μεταξύ της πραγματικότητας και της φαντασίας διαρκώς θολώνουν, μικρά θαύματα συμβαίνουν και μεγάλα συναισθήματα γεννιούνται. Και μέσα σε όλα αυτά, ένα ερώτημα δεν παύει να επιστρέφει: «Θυμάσαι το Τρέντσιν;»

Στη νυχτερινή επιφάνεια του πλατιού ποταμού γλιστρούν τα φώτα της πόλης, οι ράχες των μεγάλων ψαριών αναδεύονται στο νερό πλάι στις στρογγυλές αντανακλάσεις του φεγγαριού, ενώ στους κήπους πίσω από τα σπίτια καραδοκούν οι γάτες. Από τον ασύρματο της ποτάμιας φρουράς ακούγεται η γαλήνια φωνή της ελέγκτριας.

«Τρία, δύο, οκτώ, ποταμός Βαχ, τρία, δύο οκτώ, το παλιό κανάλι, καθαρό, όβερ».

Κάτω από τα αστέρια αναβοσβήνει κόκκινο ένα κατερχόμενο αεροπλάνο και, για μια στιγμή, ο Βίντσεντ δεν είναι βέβαιος πού τελειώνει ο ποταμός και πού ξεκινά ο ουρανός. Στέκεται πάνω στη γέφυρα, και το γεγονός ότι δεν θέλει να πηδήξει γεννά μέσα του μια απροσδόκητα ευχάριστη αίσθηση.

Στον δρόμο για το σπίτι σκουπίζει με το χέρι του τις σταγόνες από το κίτρινο κιγκλίδωμα. Πάλι βρέχει, η βροχή ενώνει τη νύχτα με την αυγή. Μέσα στην αχνή ομίχλη του πρωινού, όλα μοιάζουν με έναν απέραντο καμβά. Από το μυαλό του περνούν ονόματα πιθανών ζωγράφων. Φυσά ελαφρά. Σιγά σιγά ξημερώνει μία από εκείνες τις ψυχρές ανοιξιάτικες μέρες, σχεδόν στο κατώφλι του καλοκαιριού.

Την ίδια ακριβώς στιγμή, απλώς σε άλλο μέρος της πόλης και σε άλλη εποχή του χρόνου –όσο παράξενο κι αν ακούγεται– στο αεροδρόμιο του Τρέντσιν αποβιβάστηκε από τη νυχτερινή πτήση η Τάμαρα Μάρερ. Το θερμικό σοκ από το κρύο το είχε συνηθίσει από τα ψώνια στο μεγάλο σουπερμάρκετ, όταν από τα ράφια με τα ρούχα περνούσε στον διάδρομο με τα κατεψυγμένα. Γι’ αυτό το ταξίδι, ωστόσο, είχε αγοράσει ένα μακρύ ζεστό παλτό. Στην έξοδο έκανε νόημα σ’ ένα ταξί και ζήτησε να τη μεταφέρει στη συνοικία με τις παλιές αστικές επαύλεις. Είχε ήδη κανονίσει να μείνει σε μια από αυτές. Της άνοιξε ένας ηλικιωμένος άντρας με ρόμπα, την καλωσόρισε θερμά και την άφησε να περάσει. Είχε ετοιμάσει ζεστό τσάι. Αντάλλαξαν μόνο λίγες κουβέντες. Της έδειξε το δωμάτιο με το ιδιωτικό μπάνιο, όπου θα έμενε τους επόμενους μήνες. Όλα έμοιαζαν άψογα τακτοποιημένα και ταυτόχρονα απολύτως φυσικά, κάτι που δεν είναι πάντοτε αυτονόητο. Άφησε τον σπιτονοικοκύρη να επιστρέψει στο κρεβάτι του και η ίδια στάθηκε στο παράθυρο με το φλιτζάνι στο χέρι. Τράβηξε απαλά την κουρτίνα. Ένας ελάχιστα φωτισμένος δρόμος εκτεινόταν μέχρι τους φανοστάτες, κατά μήκος του αναχώματος. Βρισκόταν για πρώτη φορά στην πόλη των προγόνων της. Έκανε υπερβολικό κρύο για ντους. Θα αλλάξει μόνο ρούχα και θα ξαπλώσει. Το σκοτάδι είχε αρχίσει σιγά σιγά να αραιώνει. Το να πηγαίνει κανείς για ύπνο τα χαράματα χαρίζει μία σχεδόν βασιλική αίσθηση, τέτοιες ώρες οι άνθρωποι συνήθως ετοιμάζονται να φύγουν για τις δουλειές τους. Για λίγο ακόμα, άνοιξε το ραδιόφωνο δίπλα στο κρεβάτι. «Στη γέφυρα Άινσταϊν - Ρόζεν στο Τρέντσιν δεν αναφέρεται καμία καθυστέρηση» ανακοίνωνε η υπηρεσία μεταφορών.

Ο Βίντσεντ καθόταν στον επάνω όροφο, σε ένα από τα δωμάτια της παλιάς αστικής έπαυλης, και σκεφτόταν ένα διήγημα του Κορτάσαρ. Πριν από έξι περίπου χρόνια, είχε διαβάσει το Ο λαιμός της μαύρης γάτας σε μια συλλογή του. Θυμόταν το τέλος ως κάτι αόριστο, ημιτελές, τυλιγμένο σε μια ελαφριά ομίχλη. Σε εκείνο το σύντομο κείμενο είχε βρει τη συνταγή του αληθινού μαγικού ρεαλισμού: να αφήνεις κάτι παράξενο να αιωρείται στην ατμόσφαιρα και τον αναγνώστη βυθισμένο στην αβεβαιότητα. Πριν από λίγες μέρες ξαναδιάβασε το διήγημα. Στο τέλος, όμως, βρήκε μια απολύτως σαφή, περιγραφική κατάληξη, χωρίς σχεδόν κανένα περιθώριο για εικασίες. Έμεινε να κοιτά το βιβλίο αποσβολωμένος. Όλος ο θαυμασμός και ο σεβασμός του για τη γραφή του Κορτάσαρ, για τον Αργεντινό που τον είχε επηρεάσει περισσότερο κι από συγγραφείς που αγαπούσε πραγματικά, φαίνεται πως στηριζόταν τελικά σε μια δική του αναγνωστική απροσεξία! Σκανδαλώδες, σκέφτηκε. Ίσως όταν περάσουν άλλα έξι χρόνια να ξαναπιάσει το διήγημα και να του φανεί πάλι τόσο αόριστο, ημιτελές, αινιγματικό. 

Σηκώθηκε από το τραπέζι και άρχισε να περπατά μέσα στο δωμάτιο. Άφησε τις κουρτίνες στα παράθυρα ανοιχτές, με τη νύχτα να λάμπει πίσω από αυτές. Φοβόταν να ανοίξει την πόρτα και να κατεβεί τις σκάλες ως την κουζίνα. Την πόρτα του γραφείου την κρατούσε κλειδωμένη, παρότι ζούσε μόνος.

Θα μπορούσε να αγοράσει έναν σκύλο, όμως αυτό συνεπαγόταν μια ευθύνη δυσανάλογα μεγάλη, κάτι που, σε αντίθεση με τους περισσότερους ιδιοκτήτες μικρών ζώων, κατανοούσε πλήρως.

Έναν όροφο πιο πάνω απλώνεται μία ταράτσα και δίπλα της μία σοφίτα γεμάτη παλιά ξενόγλωσσα βιβλία, τυπωμένα με γοτθικά γράμματα. Καθώς δεν υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον γι’ αυτά, βρίσκονται ψηλά, σε έναν χώρο όπου ανεβαίνουν μόνο ελάχιστοι.

Το πρωί, η Λάουρα θα ανοίξει την εξώπορτα. Θα εμφανιστεί στο κατώφλι, θα θέσει σε λειτουργία την ταμειακή μηχανή, θα φτιάξει καφέ και, όταν αρχίσουν να καταφτάνουν οι πελάτες, θα μοιάζει σαν να βρισκόταν εκεί από πάντα. Εκτός από το Σάββατο, που πουλά λαχανικά στην αγορά. Τότε ξεδιαλέγει τα πράσινα φύλλα των καρότων και είναι πραγματικά ευτυχισμένη.


Add: 2026-07-24 13:00:58 - Upd: 2026-07-27 16:56:30