Πλάσματα σε πτώση
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-373-2
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 7/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Αγγλική
Ενιαία τιμή έως 24/1/2028
€ 13.78 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 234 σελ.
Περιγραφή

Σε μια απομονωμένη παραλία στις βορειοδυτικές ακτές της Ιρλανδίας, ένας άγνωστος άντρας βρίσκεται νεκρός, καθισμένος γαλήνια σε έναν αμμόλοφο, με το βλέμμα του στραμμένο στην απέραντη θάλασσα. Μήνες αργότερα και με τις έρευνες της Αστυνομίας να αποβαίνουν άκαρπες, η ταυτότητά του παραμένει ένα άλυτο μυστήριο, θαρρείς και πρόκειται για ένα πλάσμα που έπεσε ξαφνικά από τον ουρανό. Ποιος είναι τελικά, πώς βρέθηκε σε τούτο το μέρος και τι ήταν αυτό που τον οδήγησε στον θάνατο;

Οι άνθρωποι που βρέθηκαν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στον δρόμο του, αφηγούνται τις τελευταίες ώρες της ζωής του μα και τις δικές τους ζωές. Ναυάγια πλοίων, ζώα και άνθρωποι που χάθηκαν στην ίδια περιοχή συνυφαίνουν το μυστήριο σε ένα έργο ατμοσφαιρικό και σκοτεινό, για την απώλεια, την αποσύνδεση, τη μοναξιά.


Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2025

Ο ΣΥΛΛΈΚΤΗΣ

Στην αρχή ήταν μια φώκια δίχως μάτια.

Είναι η παλίρροια συζυγίας, η παραλία συρρικνώνεται σε ένα μισοφέγγαρο στο χρώμα του ασημιού, και οι πλάκες των βράχων πάνω από τη γραμμή της παλίρροιας μαυρίζουν από το άγνωστο αφρόνερο. Έξω στα βαθιά, το φως της αυγής απλώνεται λεπτό και διάφανο· το μόνο που φαίνεται πάνω από τα κύματα είναι η σιδερένια μύτη ενός ναυαγίου. Πιο πέρα, ο στύλος ενός φάρου στηρίζει τον ουρανό, και από εκεί, ο ορίζοντας παίρνει μια καμπύλη σε σχήμα πετάλου, κυκλώνοντας ολόκληρο τον κόσμο ώσπου να επιστρέψει στη σκοτεινή άγκυρα της φώκιας δίχως μάτια.

Ένα λευκό βανάκι κατηφορίζει τον στενό δρόμο με την πράσινη ραχοκοκαλιά, μέχρι την έρημη παραλία. Κάθε στροφή που παίρνει ο οδηγός πάνω στη μαλακή, ασταθή άμμο, απαιτεί μια αργή, προσεκτική προσαρμογή, καθώς το κινούμενο δάσος των αμμόλοφων δεν είναι σταθερό, ακόμα κι όταν είναι στα καλύτερά του. Οι σκληροί χειμώνες έχουν ξεσκίσει ολόκληρα κομμάτια του, και μέρα με τη μέρα η ακτογραμμή μεταμορφώνεται, αλλάζει ακόμα περισσότερο. Μια πρόσφατη καλοκαιρινή μπόρα έχει αφήσει τα συντρίμμια της πάνω στη γραμμή της παλίρροιας: τα εύθραυστα όστρακα των αχινών και συστάδες από φύκια σε πορτοκαλί και καφέ αποχρώσεις, πυκνές σαν μαλλιά μπλεγμένα.

Ο οδηγός ξεκίνησε με το πρώτο φως της αυγουστιάτικης αυγής, για να φτάσει στην παραλία πριν τους πρώτους περιπατητές. Οδηγεί προσεκτικά· ένα δυο σπινιαρίσματα στους αμμόλοφους έκαναν την καρδιά του να βροντοχτυπήσει. Θα βρεθεί ένας άντρας με ένα τρακτέρ να τον ρυμουλκήσει αν κολλήσει –πάντα υπάρχει εδώ τριγύρω ένας άντρας με τρακτέρ, που μαζεύει στρείδια από τις μισοβυθισμένες παγίδες–, όμως ο Φρανκ έχει προγραμματίσει την παράδοση στο αποτεφρωτήριο πριν το μεσημέρι, και μια πιθανή καθυστέρηση θα σήμαινε περισσότερη γραφειοκρατία.

Προσπαθεί να παρκάρει όσο πιο κοντά στο κουφάρι. Από το παρμπρίζ, η φώκια μοιάζει τόσο αψεγάδιαστη, θαρρείς και μόλις βγήκε από τον ωκεανό για να ξεκουραστεί, έτσι όπως είναι στηριγμένη σε θέση εγρήγορσης, με τις άδειες κοιλότητες των ματιών της να κοιτάζουν ανέκφραστα προς τη θάλασσα. Από κοντά θα υπάρχουν μύγες, το ξέρει εκ πείρας, πλάσματα που στριφογυρίζουν για να τραβήξουν τους σπόρους της ζωής από τον θάνατο. Το δημοτικό συμβούλιο αγνοεί συνήθως τούτα τα ξεβράσματα, ακόμα κι αν μάθουν γι’ αυτά· μετά χαράς περιμένουν να αποσυντεθεί το ζώο ήσυχα, ή να το παρασύρει η επόμενη παλίρροια. Όμως αυτή η φώκια, θύμα της καταιγίδας, έχει σφηνώσει γερά ανάμεσα σε δυο μικρούς λόφους με βράχια πάνω από την ακτογραμμή και δείχνει αποφασισμένη να παραμείνει εκεί. Το χωριό που έχει θέα στη θάλασσα σφύζει από τουρίστες με ευαίσθητα στομάχια και μια τάση να παραπονιούνται, κι έτσι έστειλαν τον Φρανκ να μετακινήσει ό,τι δεν θα καταφέρει να απομακρύνει η θάλασσα.

Μια ριπή ανέμου τού αρπάζει την πόρτα του βαν από τα χέρια· την αφήνει να κλείσει πάνω του, χρησιμοποιώντας τους γοφούς του για να συγκρατήσει τη βαριά δύναμη της κίνησης. Βγάζει από το βανάκι τον εξοπλισμό του· ένας μουσαμάς ξεδιπλώνεται και χτυπάει στον άνεμο σαν χοντρό, μαύρο πανί ιστιοφόρου. Γάντια. Μάσκα προσώπου. Φτυάρι. Ελαστικοί ιμάντες. Απολυμαντικό. Τα υδραυλικά σφυρίζουν καθώς κατεβαίνει η πίσω ράμπα· κολλάει στη μία πλευρά, αλλά την πατά με τις μπότες του μέχρι να βρεθεί στο ίδιο επίπεδο με την παραλία. Στερεώνει κάτω τον μουσαμά με μερικές μεταλλικές λωρίδες και πλησιάζει για να εξετάσει το κουφάρι. Δύο γλάροι με κόκκινα ράμφη σηκώνουν τα κεφάλια τους και του φωνάζουν καθώς πάει κοντά, χτυπώντας τα φτερά τους στον αέρα ενώ εξαφανίζονται πίσω από λωρίδες αμμόχορτου πιο πέρα στην παραλία.

Από κοντά, το δέρμα της φώκιας είναι σκούρο και γυαλιστερό, αλλά πρησμένο, σαν καμένο λουκάνικο· νησίδες μαύρου επιπλέουν πάνω σε ρωγμές κόκκινης λάβας. Οι άδειες, τσιμπημένες από τους γλάρους κοιλότητες είναι βαθιά λαγούμια με μια απόχρωση γρανάτη. Τεντώνει τη μια του μπότα και χτυπάει το ογκώδες σώμα –μία φορά, δύο, και ξανά με το άλλο πόδι– για να αποκτήσει μια αίσθηση του βάρους και της μάζας του. Ευτυχώς, οι μέρες που ακολούθησαν μετά την ασυνήθιστη για την εποχή καταιγίδα ήταν καυτές, οπότε ο ήλιος και το αλάτι έχουν στεγνώσει το πτώμα. Τα τόσα χρόνια που μεταφέρει νεκρά ζώα τού έχουν μάθει ότι τα βοοειδή και τα άλογα έχουν μια τάση να χάνουν τα σωματικά τους υγρά. Τα πρόβατα, με το βαρύ, χειμερινό μαλλί, είναι τα χειρότερα, σαν σφουγγάρι κουζίνας που φαίνεται ξερό αλλά μόλις το σηκώσεις ξεχύνεται από μέσα του βρομιά. Ο Φρανκ σκέφτεται να χαλαρώσει λίγο τη φώκια, τόσο ώστε να κυλήσει ξανά στην παραλία και να τη φάνε τα καβούρια και τα μικρά πλάσματα του ωκεανού. Αλλά το συμβούλιο περιμένει το τιμολόγιο από το αποτεφρωτήριο, επομένως πρέπει να την παραδώσει.

Καθώς ο κρυμμένος ήλιος εμφανίζεται πάνω από τον γκρεμό, εκείνος αρχίζει να χαϊδεύει με το φτυάρι του την άμμο γύρω από τη φώκια. Αναπνέει από το στόμα, μέσα από τη μάσκα, ενώ εργάζεται, δοκιμάζοντας και χαλαρώνοντας, ξεκολλώντας το κουφάρι. Όπως το υποψιαζόταν, η κάτω πλευρά έχει αρχίσει να φουσκώνει και να σαπίζει. Αν η άμμος έχει μολυνθεί σε βάθος, θα χρειαστεί να πάρει μαζί του και ένα στρώμα από αυτήν. Μικρά αμμοσαλίγκαρα εμφανίζονται καθώς αναστατώνει τη σκηνή, τα τοσοδούλικα σώματά τους που μοιάζουν με νύχια ξεδιπλώνονται και πηδούν στον αέρα σε ύψος ολυμπιακών αγώνων. Και καβούρια επίσης, άπληστα μικρά πλάσματα που αρπάζουν ακόμη με τις δαγκάνες τους κομμάτια σάρκας καθώς το φτυάρι του κατεβαίνει σε απόσταση χιλιοστού από αυτά. Χωρίζει καθαρά ένα τους στα δύο· ο εγκέφαλός του δεν συνειδητοποιεί αμέσως ότι είναι νεκρό· οι δύο δαγκάνες παραμένουν απλωμένες και επιστρέφουν στο μισό του –ξένου πια– στόματος.

Γυρίζει στο βανάκι και μαζεύει τον μαύρο μουσαμά. Τον απλώνει δίπλα στο κουφάρι. Σηκώνει τα πίσω πτερύγια με τη στομωμένη άκρη του φτυαριού του, σπρώχνοντας το βαρύ υλικό για να το χώσει αποκάτω τους. Η φώκια λικνίζεται και κατασταλάζει πάνω στον μουσαμά, οι άδειες κοιλότητες των ματιών της πιάνουν τον ήλιο που ανατέλλει καθώς ξεπετάγεται μέσα από τα σύννεφα. Το κόκκινο χρώμα τους τον ξαφνιάζει – λαμπερό άλικο αντί για παλιό καφέ, θαρρείς και κάπου εκεί χτυπούσε ακόμη αδύναμα μία καρδιά. 

Ανασηκώνει τη μια άκρη του μουσαμά μέχρι η φώκια να βρεθεί μπρούμυτα, κυλώντας το κουφάρι σαν ένα χοντρό πούρο. Το δέρμα της είναι εύθραυστο σαν την επιφάνεια μιας παγωμένης λίμνης· οι γαντοφορεμένες παλάμες του κάνουν ζημιά, σχηματίζουν αυλάκια στο λίπος. Διπλώνει τον μουσαμά από τις άκρες του και τον στερεώνει με τους ελαστικούς ιμάντες. Το τυλιγμένο σάβανο αφήνει πίσω του μια χαράδρα στην άμμο καθώς το σέρνει προς το βαν. Το βάρος φαίνεται συγκεντρωμένο σε ένα μόνο σημείο, θαρρείς και βρίσκεται βαθιά στην κοιλιά της φώκιας και τα στρώματα λίπους και δέρματος γύρω του είναι όλα εκεί για να προστατέψουν έναν ψυχρό, σιδερένιο πυρήνα.


Add: 2026-07-24 11:07:06 - Upd: 2026-07-24 11:17:30