[...] Υπάρχουν πράγματα που τα έχεις ανάγκη, μαθαίνεις όμως να μην τα ζητάς· και πεθαίνεις. Μαθαίνεις να πεθαίνεις. Υπάρχουν και εκείνα που μαθαίνεις να τα έχεις ανάγκη, ενώ σε σκοτώνουν και τα συνηθίζεις, σαν να είναι αυτά η ζωή. Είναι και το σώμα που έχει ανάγκη τη ζεστασιά της στοργής. Και εκείνη η αγκαλιά του πατέρα μου, ήταν αυτή που, με τα χρόνια, έμαθα να με ζεσταίνει. Αλλά ήταν και εκείνη η ζέστη του αγγέλου – νομίζω λέγεται και θάλπος. Δεν ήταν μόνο το σώμα, αλλά κάτι άλλο που ζέσταινε· δεν ξέρω τι. Ήταν το σώμα, ήταν το σώμα, αλλά και κάτι που δεν ήταν τίποτε από όλα τα άλλα και έπρεπε να περάσει αρκετό σώμα από επάνω μου, από μέσα μου, για να μάθω ότι το λένε ψυχή. [...]
[...] Φυσά και τα κλαδιά των ευκαλύπτων θυμιατίζουν προς την πλευρά της θάλασσας: