Η κατάσχεση εις χείρας τρίτου κατέχει αναμφίβολα ιδιαίτερη θέση μεταξύ των μέσων εμμέσου εκτελέσεως και έχει απασχολήσει διαχρονικά την νομολογία και την θεωρία λόγω της εγγενούς πολυπλοκότητός της και της πρακτικής της σπουδαιότητος, αφού, ιδίως μετά την κατάργηση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων με το Ν 2915/2001, αποτελεί το πλέον σύνηθες καταφύγιο, στο οποίο προσφεύγουν οι εφοδιασμένοι με εκτελεστό τίτλο δανειστές για την ικανοποίηση των χρηματικών απαιτήσεών τους. Ιδίως δε με τις πρόσφατες διαδοχικές τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα του δικαίου της αναγκαστικής εκτελέσεως με τους Ν 5221/2025, 5264/2025 και με τον Ν 5282/2026, με τον οποίο τροποποιήθηκε ριζικά ο τρόπος επιβολής, η δομή και η λειτουργία της εις χείρας τρίτου κατασχέσεώς, τα ζητήματα που πραγματεύεται η παρούσα μονογραφία καθίστανται ακόμη πιο επίκαιρα. Το παρόν έργο αντιμετωπίζει τα δογματικά και πρακτικά ζητήματα της εις χείρας τρίτου κατασχέσεως από την σκοπιά του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη εστιάζοντας στα μέσα άμυνας και προστασίας του. Ειδικότερα, αναλύονται διεξοδικά όλες οι επιμέρους πτυχές της κατ' άρθρον 933 ΚΠολΔ ανακοπής του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη κατά της εις χείρας τρίτου κατάσχεσης με έμφαση στις διαδικαστικές προϋποθέσεις του παραδεκτού της, στους δυνάμενους να προβληθούν με αυτήν λόγους και στα ένδικα μέσα κατά της επί της ανακοπής απόφασης. Η ανά χείρας μονογραφία εμβαθύνει περαιτέρω και στα λοιπά μέσα προστασίας του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη εστιάζοντας στην αίτηση αναστολής της εκτελέσεως, την αποζημίωση για άδικη εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού.