Ο ήλιος πάγωσε
Εξώφυλλο/εικαστικό: Προύσαλης, Στράτος
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-342-8
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 4/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 28/10/2027
€ 12.72 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 144 σελ.
Περιγραφή

Ο πατήρ Ακύλας είναι ένας άνθρωπος βαθιά τραυματισμένος, που κινείται μέσα σε έναν σκοτεινό λαβύρινθο ισχύος, πίστης και βίας. Στον κόσμο όπου ζει, το εκκλησιαστικό κατεστημένο συναντά την πολιτική εξουσία και τον υπόκοσμο, δημιουργώντας ένα πλέγμα σχέσεων όπου η αλήθεια γίνεται επικίνδυνη.

Καθώς προσπαθεί να κατανοήσει τη θέση του μέσα σε αυτήν τη σύνθετη πραγματικότητα, έρχεται αντιμέτωπος με συγκρούσεις που αγγίζουν τη θρησκεία, τον εθνικισμό και τη βία της σύγχρονης κοινωνίας. Η προσωπική του διαδρομή μετατρέπεται σταδιακά σε μια αναζήτηση νοήματος μέσα σε έναν κόσμο όπου οι γραμμές ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι παραμένουν θολές.

Ένα πολιτικό νουάρ για τις σκιές της εξουσίας, τις ρωγμές της πίστης και την αγωνιώδη αναζήτηση νοήματος σε μια εποχή όπου η αλήθεια σπάνια λέγεται φανερά.

Κόκκινο, μαύρο, πράσινο· απλώνεται το φίδι το ανθρώπινο στη βρεγμένη άσφαλτο. Ήλιος του Μάρτη, ο χειμώνας πέρασε στο πετάρισμα των βλεφάρων. Ταμπούρλα δίνουν τον ρυθμό· ντουπ, ντουπ, ντουπ, ντουπ, ντουπ, ντουπ. Σαλεύει η λεωφόρος Στασίνου. Νέοι και νέες, πλακάτ, τρέμει το πελώριο τριφύλλι στις σημαίες, ο Τσε γέρνει λοξά στους ώμους. Προχωρούν μπροστά, μπροστά, μπροστά – το πού πηγαίνουν δεν έχει σημασία. Τους αρκεί ότι, επιτέλους, κινούνται. Κι είναι πολλοί.

Βαδίζω πίσω τους. Ο ήλιος καίει, κοντεύει μεσημέρι, βγάζω το μαύρο φούτερ και το δένω στους ώμους. Μαζεύω τον ιδρώτα στα μαλλιά με τις παλάμες, σφίγγω την αλογοουρά λίγο πάνω απ’ τον αυχένα. Προσπερνώ μια παρέα φεμινιστριών. Το πανό που κουβαλούν υπενθυμίζει πως «η πατριαρχία οπλίζει βιαστές». Πιο κάτω, οι μαυροντυμένοι της Συσπείρωσης Ατάκτων ξετυλίγουν έναν μαύρο μουσαμά. Κρυφοκοιτάζω το κόκκινο αστέρι, ύστερα το σύνθημα: «Ώμο με ώμο ενάντια στον φασισμό». Μυρίζω χώμα βρεγμένο. Η υγρασία τρυπάει κόκαλα. Ύπουλο, δροσερό αεράκι. Αύριο θα ’μαι πιασμένος πάλι.

«Fight racism. Solidarity with migrants». Τα ταμπούρλα δυναμώνουν. «Οι στρατοί φυλάνε σύνορα ταξικά. Η Πουρνάρα είναι φυλακή. Οι μέρες της αφθονίας σας είναι μετρημένες. Όταν το άδικο γίνεται νόμος, η αντίσταση γίνεται καθήκον. Αγώνας ταξικός, διακοινοτικός είναι η απάντηση στον καπιταλισμό». Στο ύψος της Πλατείας Ελευθερίας το τραγούδι δυναμώνει. «Δεν θα περά- δεν θα περάσει ο φασισμός!» Σπρώχνω και με σπρώχνουν. Ανοίγει ο ορίζοντας· μαύρα μπουφάν, σκούρα μπλε κράνη, γκλομπ, ασπίδες. Αγριεύουν οι φωνές, κινητά υψώνονται για φωτογραφίες, βρισιές στον τηλεβόα.

Αν κάποτε γράψω ένα μυθιστόρημα για όλα τούτα, θα το κάνω στα κυπριακά. Όμως, όσα ζω τώρα είναι η πραγματικότητα, και την πραγματικότητα μπορώ να την κλείσω μονάχα στις λέξεις που έμαθα να γράφω στο σχολείο και να διαβάζω στα βιβλία. Δεν βλέπω καλά τι γίνεται μπροστά, αλλά η ένταση μεταδίδεται από σώμα σε σώμα. Σφηνώνομαι στους Antifa. Οι πρώτες γραμμές της απέναντι φάλαγγας δεν έχουν πρόσωπο. Αντιασφυξιογόνες μάσκες.

Κρότοι και, αμέσως μετά, ουρλιαχτά. Αγκωνιές, ποδοβολητό. Το φούτερ πέφτει κάτω. «Πίσω! Πίσω! Πίσω!» Άσπροι καπνοί, τα μάτια τσούζουν, τυφλοί τρεκλίζουν γύρω μου. Σηκώνω το μπλουζάκι γύρω από το στόμα και τη μύτη. Τρέχω με την αγέλη, όλοι πίσω. Ένα αγόρι κάνει εμετό στη μέση της λεωφόρου. Κλοτσάω μια μπουκαλίτσα νερό. Κοντοστέκομαι, την αρπάζω, γονατίζω δίπλα του. Τα μάτια του δακρύζουν, είναι πανικοβλημένος. Κοντά στα δεκαπέντε; Δεκατέσσερα το πολύ. 

«Ρίξε νερό στα μάτια. Μπόλικο, φίλε».

Χειροβομβίδες κρότου λάμψης. Η φάλαγγα με τις ασπίδες έχει σπάσει, πλέον οι λύκοι κυνηγούν ανεβοκατεβάζοντας τα μπλοκ. Μερικοί από τους διαδηλωτές πέφτουν κάτω. Κλοτσιές από ψηλά. Γραμμές αίματος στην άσφαλτο. Ο ήλιος παγώνει.

Τραβάω τον μικρό για να σταθεί όρθιος. Δυο κοπέλες σε υστερία. Συνταξιούχοι επιχειρούν να συζητήσουν με τις δυνάμεις καταστολής, τα χέρια σηκωμένα πάνω. «Μα τι κάνετε;» Οι πιο ψύχραιμοι προτάσσουν κινητά. Καπνοί και σειρήνες. 

Επιστρέφω στο σπίτι το σούρουπο, κουβαλώντας μαζί μου μια ναυτία αθεράπευτη. Τη στιγμή που καταρρέω στον καναπέ, με τις καμπάνες να δονούν τον αέρα, βλέπω το αντερί και το ράσο να κρέμονται στον απέναντι τοίχο. Δεν έχω καν τη δύναμη να ντυθώ για τον εσπερινό.

Πηγαίνω να δω τον Άγγελο. Τα κυπαρίσσια με χαιρετούν νωχελικά. Τρίζουν οι σιδερένιες πόρτες. Οι όχθες του μονοπατιού είναι σπαρμένες με μαρμάρινα δόντια δράκοντα. Σταυροί. Πλένω την πλάκα για να καθαρίσει απ’ τη σκόνη. Λάδι στο καντήλι, καινούριος ιταρές, καρβουνάκι και λιβάνι στο καπνιστήρι, τρία περάσματα· τ’ αφήνω στο ύψος του κεφαλιού, ξεκινώ το τρισάγιο.

Τέσσερα χρόνια χωρίς εσένα. Τώρα θα ’σουν δέκα. Σπινθήρες τα ματάκια σου στη φωτογραφία, χαμόγελο που με καταπίνει. Γιε μου. Γιε μου. Κρατούσα το χεράκι σου στο νοσοκομείο. Λεπτό χεράκι μαριονέτας· αντί για νήματα, σωλήνες ορού και φαρμάκων. Ήσουν και δεν ήσουν εσύ. Πέρασε πολύς καιρός ώσπου να κλάψω. Ούτε καν στην κηδεία σου. Η μπόρα ξέσπασε ξαφνικά· γονατισμένος μπροστά στην Αγία Τράπεζα, δεν μπορούσα να συγκρατηθώ. Βλέποντάς με να γέρνω στο πλάι, ο πατήρ Ευθύμιος έκλεισε τα βημόθυρα και τράβηξε το βήλο. Παιδί μου.

Ό,τι δάκρυ έκρυβα μέσα μου το έχυσα σ’ εκείνη την κυριακάτικη λειτουργία. Δεν έχω κάτι άλλο να δώσω. Μόνο την κρυφή οργή για την αδυναμία μου να σε κρατήσω κοντά μας, χολή και θυμό για τη μητέρα σου που με χρειαζόταν. Ώσπου έφυγε κι αυτή. Πού ξανακούστηκε ιερέας να χωρίζει; Με την Ειρήνη μιλάμε κάπου κάπου στο τηλέφωνο. Παρηγορώ τον εαυτό μου: είναι καλύτερα τώρα, καλύτερα έτσι, μακριά μου. Στην Αγγλία όπου βρίσκεται, δεν μπορώ να της κάνω πλέον κακό. Ιδού, όμως – ξέρω πώς μασκαρεύεται ο εγωισμός πίσω απ’ τις ενοχές και την αυτοκατάκριση. Αισθήματα κάλπικα· ίσως πιο πολύ να με βαραίνει η ντροπή, κάθε που βλέπω τα μάτια μου στα μάτια των άλλων.

Ήρθε η ώρα, Ακύλα. Γυρίζω το κλειδί, η μηχανή βρυχάται. Στο ραδιόφωνο τα χτεσινά νέα: υπέρμετρη αστυνομική βία, αυτοάμυνα εκ μέρους των αρχών, συλλήψεις, σύσταση ερευνητικής επιτροπής, απονομή δικαιοσύνης. Το μποτιλιάρισμα νόμος αμετάβλητος. Ανεβαίνοντας αργά τη λεωφόρο, το σύντομο δελτίο ειδήσεων του ΡΙΚ διαδέχεται συζήτηση ειδημόνων. Η δημοσιογράφος θέτει το ερώτημα ξεκάθαρα: πώς μια ειρηνική διαδήλωση διαμαρτυρίας, με αφορμή την επίθεση ακροδεξιών σε Σύρους μετανάστες στη Χλώρακα, οδηγήθηκε σε έκρηξη αστυνομικής βίας, με δώδεκα τραυματίες, εκ των οποίων οι δύο στην εντατική;


Add: 2026-05-14 13:10:30 - Upd: 2026-05-14 13:27:46