Η αποστολή ενισχύσεων από πλευράς Στρατού Ξηράς και Πολεμικού Ναυτικού ήταν πλέον αδύνατη κυρίως λόγω χρόνου. Ως μόνη εφικτή και αποτελεσματική επιλογή παρέμεινε η έγκαιρη επέμβαση της Πολεμικής Αεροπορίας, κυρίως με τα Phantom, που αποτελούσαν και το συγκριτικό επιχειρησιακό πλεονέκτημα της χώρας σ’ εκείνη τη κρίση.
Η εξουδετέρωση των δύο βασικών αλλά σχετικά ευάλωτων στόχων μπορούσε να επιτευχθεί με ελάχιστες αποστολές Phantom, στο χρόνο που έπρεπε, τις γνωστές ως Αεροπορικές Επιχειρήσεις Απομονώσεως του Πεδίου Μάχης.
Δυστυχώς, αν και η κατάσταση βρισκόταν στην κόψη του ξυραφιού η αδράνεια συνεχίσθηκε. Ούτε στα αεροσκάφη στου Σχεδίου «Κ» ούτε και στην προγραμματισμένη, έστω την ύστατη στιγμή, αποστολή των Phantom στη Κύπρο δόθηκε ποτέ αποδέσμευσή τους.
Συμπερασματικά, στο πρώτο Αττίλα η επέμβαση των Phantom ήταν εφικτή, εθνικά επιβεβλημένη και επιχειρησιακά αποτελεσματική. Στον Αττίλα ΙΙ, ενώ ήταν και πάλι εφικτή και επιβεβλημένη, δεν θα ήταν αποτελεσματική.
Ο ασκός του Αιόλου για την Κύπρο άνοιξε από την άφρονα χουντική διακυβέρνηση. Η μάχη για την τύχη της χάθηκε χωρίς να δοθεί, όταν και όπως έπρεπε, από την άβουλη και δειλή στρατιωτική ηγεσία και με έκβαση τον ακρωτηριασμό της επιβλήθηκε ως αναπόδραστη συνέπεια στον Αττίλα ΙΙ.