Καλοκαιρινές βροχές
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-335-0
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 4/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Αραβική
Ενιαία τιμή έως 30/10/2027
€ 13.78 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 220 σελ.
Περιγραφή

Τι συμβαίνει άραγε όταν η παράδοση και ο πολιτισμός έρχονται σε σύγκρουση με τη νέα εποχή;

Στις Καλοκαιρινές βροχές, η μουσική είναι το νήμα που συνδέει το παρελθόν με το παρόν. Οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με την επίδραση του εκσυγχρονισμού στην κληρονομιά και στις τέχνες. Μάχονται για την προστασία των παραδόσεων και καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στην αναζήτηση της υλικής επιτυχίας και στην ανάγκη για πνευματική ισορροπία.

Ο Αλ Καρμαλάουι γράφει για ένα ευρύ πεδίο μουσικής, από τον σουφισμό μέχρι τη σύγχρονη εποχή της ηλεκτρονικής μουσικής, μιλώντας ταυτόχρονα για την κρίση της σημερινής αραβικής νεολαίας.

Οταν έφεξε, οι φλόγες είχαν χορτάσει. Κατά τη διάρκεια της καλοκαιρινής νύχτας είχαν κατακάψει ξύλα από διάφορα δάση, καταπίνοντάς τα χωρίς καμία βιασύνη: ουκρανική καρυδιά, ινδικό ροδόξυλο, μαύρο αφρικανικό ξύλο. Εντός ολίγων ωρών είχαν κάψει το απόθεμα θυμιάματος του Πρακτορείου, το οποίο αρκούσε για πέντε συνεχόμενα δίσεκτα έτη. Στην ατμόσφαιρα πάνω από το Νταρμπ Αλ-Άχμαρ, πλανιόταν η μυρωδιά του καμένου ξύλου και του σπαταλημένου θυμιάματος, μέχρι που, επιτέλους, οι φλόγες ανταποκρίθηκαν στα επίμονα ιδρωμένα χέρια και γλίτωσαν από την απελπισία τα καταπονημένα από το ολονύχτιο τρέξιμο πόδια που επιθυμούσαν να ξαπλώσουν σε κρεβάτια αναμονής. Οι φωτιές κατάπιαν τις γλώσσες τους τη μία μετά την άλλη, σταματώντας τις χορευτικές τους φιγούρες και οι δαίμονες υπαναχώρησαν, παραχωρώντας τη θέση τους στα πουλιά που αδιαφορούσαν γι’ αυτό το μοναδικό φαινόμενο. Έτσι, άρχισαν να κινητοποιούν ο ένας τον άλλον με τα συνήθη κορναρίσματα, καθώς οι ρόδες των αυτοκινήτων ξανάρχισαν να γλείφουν την επιφάνεια της μακρινής οδού Αλ-Άζχαρ, ενώ η νεκροφόρα πλησίαζε την πρόσοψη του κατεστραμμένου Πρακτορείου, με το πορτμπαγκάζ ανοιχτό σαν στόμα κροκόδειλου. Λίγα λεπτά νωρίτερα είχε καταπιεί ένα μισοκαμένο σώμα, το οποίο έδινε για ώρες μία τελική, σιωπηλή μάχη, πριν μετατραπεί από τις φλόγες σε λιωμένη πλαστική σακούλα.

Ο Γιούσεφ κρατήθηκε με το άθικτο χέρι του από το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου κι έπειτα κατέρρευσε πάνω στο πεζοδρόμιο το γεμάτο μπάζα από το κτίριο και τα απομεινάρια των πυροσβεστικών επιχειρήσεων: όγκοι από πέτρες και σκόνη, βρεγμένη άμμος και στάσιμο νερό. Έπειτα, παρακολούθησε με έκπληξη τον οδηγό με τη μακριά γενειάδα καθώς απομάκρυνε τον κόσμο από την πρόσοψη του αυτοκινήτου, λέγοντάς τους προς τα πού κατευθυνόταν. Κανείς ακόμη δεν είχε βρεθεί για να επιβεβαιώσει τον θάνατο του καμένου άνδρα, αλλά η νεκροφόρα ήταν η μοναδική εναλλακτική στην οποία συμφώνησαν, αφού η ώρα περνούσε και είχαν εγκαταλείψει κάθε ελπίδα για έλευση ασθενοφόρου. Όσο για το  πυροσβεστικό όχημα, αυτό είχε φτάσει ώρες νωρίτερα στο τζαμί Αλ-Άζχαρ, αλλά δεν μπορούσε να προχωρήσει λόγω εμποδίων στον δρόμο.

Από τη θέση που βρισκόταν ανάμεσα στα ερείπια, έστρεψε τη ματιά του προς τον ουρανό καθώς απλωνόταν πάνω του το πρώτο φως της ημέρας, καλύπτοντας τη λάμψη από τις φλόγες. Σφάλισε τα κηλιδωμένα από την αϋπνία και δάκρυα μάτια του, προσπαθώντας να συγκεντρώσει τις σκέψεις του που είχαν διασκορπιστεί από την κατάπληξη. Ανοίγοντάς τα και πάλι, βρήκε τον αντίπαλό του να στέκεται μπροστά του, με πρόσωπο γαλήνιο, αλλά ένα σώμα στο οποίο υπήρχαν ίχνη σφοδρής μάχης. Δεν έδωσε σημασία στα κουρελιασμένα ρούχα του· αυτήν τη φορά, η εμφάνιση δεν θα τον ξεγελούσε, οπότε του επιτέθηκε σαν να είχε ανακτήσει τις δυνάμεις του. Από τη σύγκρουσή τους δεν ακούστηκε ήχος, πέραν της σύγκρουσης των σωμάτων τους με στέρεα αντικείμενα και κάνα δυο βογκητά άγνωστης προέλευσης. Τους πρόσεξαν όσοι βρίσκονταν κοντά στο σημείο και ακολούθησαν εκφράσεις έκπληξης και αποδοκιμασίας. Δύο Σαλαφιστές Σεΐχηδες1 έτρεξαν προς το επίκεντρο της διαμάχης, με το θρόισμα από τις κελεμπίες τους να θυμίζει τύμπανα πολέμου. Κατάφεραν να χωρίσουν τα δύο εξασθενημένα σώματα και τα έβαλαν να καθίσουν πλάι πλάι στο πεζοδρόμιο, χαμένα στις σκέψεις τους. Ένας από τους γενειοφόρους έφερε ένα μπουκάλι κρύο νερό από το ξύλινο κουβούκλιο του φρουρού και τους έδωσε να πιουν καθώς κάθονταν με σκυμμένα τα κεφάλια.

Στην απέναντι πλευρά ο υπεύθυνος της Ένωσης για τη Σαρία άπλωσε το χέρι του που κρατούσε μια μάνικα συγκολλημένη σε διάφορα σημεία και άρχισε να ψεκάζει το φλεγόμενο έδαφος. Έπειτα από λίγο, πλησίασε ένα μαύρο αυτοκίνητο, ο υπεύθυνος κατέβασε τη μάνικα για να του επιτρέψει να περάσει και χαιρέτησε τον οδηγό του. Το αυτοκίνητο σταμάτησε και κατέβηκε το φιμέ πίσω παράθυρο, αποκαλύπτοντας το ξαφνιασμένο πρόσωπο της Ράχμα, η οποία κοίταξε με έκπληξη το παράθυρο του καμένου εργαστηρίου, που ήταν καλυμμένο με μαύρη σκόνη, σαν να βρισκόταν ακόμη στην αγκαλιά της νύχτας. Κοίταξε τα δύο εξουθενωμένα σώματα πάνω στα ερείπια της πρόσοψης, βγήκε από το αυτοκίνητο με πόδια που έτρεμαν και περπάτησε σαν να περνούσε μέσα από ναρκοπέδιο.

Στάθηκε μπροστά από το χαμηλωμένο κεφάλι του Γιούσεφ και τον ρώτησε τι είχε συμβεί. Εκείνος σήκωσε προς το μέρος της τα μαυρισμένα του μάτια και της είπε με σπασμένη φωνή: 

«Κάθισε και θα τα μάθεις όλα».


Add: 2026-05-12 12:42:18 - Upd: 2026-05-12 16:19:44