Πλησίασε, του ποιητή ευλογημένη ώρα
Μετάφραση: Κατσαλίδας, Νίκος
Εξώφυλλο/εικαστικό: Προύσαλης, Στράτος
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-343-5
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 4/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Αλβανική
Ενιαία τιμή έως 30/10/2027
€ 12.72 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 102 σελ.
Περιγραφή

Ο Πρετς Ζόγκαϊ (Preç Zogaj) είναι γνωστός στη χώρα του ως ποιητής δύο εποχών: αυτής που συμπίπτει με τα τελευταία χρόνια του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία, και εκείνης του δημοκρατικού ανοίγματος της χώρας μετά το 1990. Το ποιητικό του έργο μπορεί να διαβαστεί ταυτόχρονα ως ποίηση ερωτική, προσευχή, διαμαρτυρία, στιγμή διαλογισμού ή πένθους, και λιτανεία.

Χτεσινή και σημερινή

η Αθήνα είναι όμορφη,
μα εκείνα τα κοριτσίστικα δάκρυα
σαν δυο βρυσούλες κύλησαν,
στριφογύρισαν και μάργωσαν
γύρω από το λευκό αγαλματάκι της μνήμης μου.
Τα σέρνω μαζί μου,
πλεξίδα και είδος
του θαύματος.

Ο Πρετς Ζόγκαϊ (Preç Zogaj), Αλβανός ποιητής, συγγραφέας και δημοσιογράφος, είναι γνωστός στη χώρα του ως ποιητής δύο εποχών: αυτής που συμπίπτει με τα τελευταία χρόνια του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία, και εκείνης του δημοκρατικού ανοίγματος της χώρας μετά το 1990.

Στην ποίηση εμφανίστηκε τη γενιά του ογδόντα, την οποία ο ίδιος θα ονόμαζε μεταφορικά «η γενιά της κεραίας που υψώνεται στην ομίχλη». Όταν διαβάζει κανείς σήμερα εκείνα τα έργα, ανακαλύπτει μια υπέροχη φωνή η οποία, ξεπερνώντας δεκαετίες καταστολής και ξύλινης γλώσσας, είναι αρκετή για να πιστέψουμε ότι ο συγγραφέας είχε βρει ποιητικό άσυλο σε κάποιο παράνομο ιερό.

Κατά τη διάρκεια των τριών δεκαετιών ελευθερίας, ο Ζόγκαϊ δεν σταμάτησε να γράφει και να εκδίδει ποίηση, λαμβάνοντας πολυάριθμα βραβεία στα Τίρανα. «Η ποίησή του είναι οργανωμένη όπως οι ακίνητες φύσεις του Μοντιλιάνι, τοποθετώντας δίπλα δίπλα ιδέες, κοινωνικά τοπία, προσωπικές σιλουέτες και μεταφυσικές σκιές. Η γλωσσική του ευαισθησία καθιστά την ποίηση μια ήπια μορφή ύπνωσης, ικανή να τραβήξει την προσοχή και να μετριάσει τη μνήμη. Η μαγεία και η λογική έρχονται σε επαφή πέρα από την ορατή επιφάνεια...» γράφει ο Gëzim Basha, λέκτορας ακαδημαϊκής γραφής στο Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν στις ΗΠΑ.

Τα μοτίβα του Πρετς Ζόγκαϊ ως ποιητικά πρότυπα καθιερώθηκαν ως πολύπλοκα σύνθετα μιας διασταύρωσης μορφικών ποικιλιών και επιφοίτησης νοήματος, ασκώντας πάντα μια ελαστική και κομψή σύνταξη, ικανή, ταυτόχρονα, να λέει τα πάντα με μια συγκρατημένη ισορροπία. Ανάλογα με το περιεχόμενο, τα ποιήματά του μπορούν να διαβαστούν ως ερωτικά, προσευχές, διαμαρτυρίες, στιγμές διαλογισμού ή πένθους, και λιτανεία. Αναζητούν τη μορφή ως ανοιχτή δομή, χωρίς, ωστόσο, να γίνονται αποκλειστικά αναζητήσεις αυστηρής μορφής. Αν και γεμάτα μελαγχολία, διαχωρίζονται σαφώς από την ελεγεία με μια διαφανή μεμβράνη, μέσω της οποίας διακρίνονται τα είδη.

Η επιλογή ποιημάτων που κρατάτε στα χέρια σας είναι η πρώτη μετάφραση του έργου αυτού του σπουδαίου ποιητή στα ελληνικά.

*

ΑΠΡΙΛΗΣ

Ο Απρίλης έρχεται με ένα ελαφρύ θρόισμα και με ξαφνιάζει.
Η παλιά επιθυμία μου είναι να περπατώ μιλώντας χαμηλόφωνα.
Τα πόδια με πονάνε, ακόμα πιο πολύ μου πιάνονται όταν σταματάω,
Έχω καλέσματα από τις φλαμουριές, από τους λόφους, από τα βουνά.
Τώρα είναι άνοιξη και τα κορίτσια είναι ωραία.
Σαν να έχουν αύρες κι όχι σώμα κάτω από τα πουκάμισά τους.
Πίσω από τα βήματά τους λιβάδι γίνεται ο δρόμος.
Φούντωσε το θάρρος των αγοριών από τα αγνά χαμόγελά τους.

Σας εκμυστηρεύομαι: Εμένα με περιμένουν στο πάρκο...
Να πάω ή να μην πάω;
Να πάω ή να μην πάω;
Είναι Απρίλης και ούτε ο ίδιος δεν ξέρω τι ζητάω.


*


ΑΚΟΥΑΡΕΛΕΣ

Περπατούσα όλη μέρα με ένα χαμόγελο
σχεδόν άσκοπο: Μα γιατί να ’ξερα την αιτία;
Μπορεί να ρωτήσεις τη μέρα του Απρίλη
γιατί κοκκινίζει τα τριαντάφυλλά της;

Μια βαθιά φωνή έξω στη νύχτα
μου φάνηκε φώναξε τ’ όνομά μου.
Άφησα το ψωμί, άφησα το φαγητό,
έφτιαξα τα μαλλιά και βγήκα έξω.
Δεν ήταν κανείς, παρά το φεγγάρι…
Μου είχε ανοίξει η καρδιά μου.
Άπλωσε θωπεύοντας ο πόνος.
Στενοχωρημένος μπήκα μέσα,
άνοιξα όλα τα παράθυρα
για να με δει ο οδοιπόρος.

Από τα παράκτια έρχονται οι καταιγίδες,
θωρώ από την ακτή πώς υποκλίνονται τα στάρια.
Λυγίζουν, σηκώνονται τα πράσινα φύλλα τους.
Το παράπονό μου θρηνούνε τα πουλιά στις λεύκες.

Θέλω να βάλω το μάγουλο
πάνω σ’ ένα πράσινο φύλλο,
εάν θα φθαρθεί το φύλλο,
ας φθαρθεί το πρόσωπό μου.

Τώρα νομίζεις ότι δεν συμβαίνει τίποτα.
Μα διάβασε τη χαρά του κόσμου τον Φλεβάρη
που έχει στο μέτωπο τα μάτια εγκύου γυναίκας.
Παρακαλώ μην πατάτε δυνατά στη γη του Φλεβάρη.

Η καρδιά με ειδοποιεί ότι πλησιάζεις.
Σταματώ στον δρόμο,
ανάβω ένα τσιγάρο.
Σαν απάνω σε ένα σμήνος νέων μελισσών
πάνω στους γοργούς σφυγμούς της ακουμπάω...

Τη μάχη με τον ύπνο σε λίγο θα τη χάσω.
Έστω σ’ ένα όνειρο να φανώ θα ξυπνήσω.

Η κόρη μου, μωράκι
ντυμένη στα λευκά
ψάχνει στον καθρέφτη
το όνειρό της.

Δύο μαύρα μάτια σηκώνονται σιγά.
Όλα στρέφουν αποκεί σαν ηλιοτρόπιο.

Δεν πάλλει,
στριφογυρίζει
η καρδιά μου.

Η αγάπη δεν μιλάει, μόνο παρακολουθεί
στο σημείο όπου συγκεντρώνονται τα γεγονότα
που δεν μπορούν να ξανασυμβούνε πάλι.

Αναπαύονται οι πόνοι για σένα στην καρδιά μου.
Στο βουνό της Βέλα πλέει σαν πυραμίδα
παράλληλα ανεβαίνουμε εγώ και ένα σύννεφο
με τα μάτια μας δεκατέσσερα:
ποιος θα κλάψει πρώτος.

Το τέλος του πόνου είναι τέλος του κόσμου.
Πέρα από τον ρούφουλα, το μάτι δεν πιάνει
εμφανίσιμα πράγματα. Εκεί σταματάει
το πλοίο σου, όνειρο.

Πόσο λίγα πράγματα συνέβησαν φέτος.
Η ιστορία σιγά σιγά τελειώνει.

Έχει αλλάξει ο τρόπος της ζωής μου.
Με τα χέρια στον κόρφο περιμένω και περιμένω
για να ρίξει στην ακτή μια γλώσσα η θάλασσα.


Add: 2026-05-12 12:22:33 - Upd: 2026-05-12 12:29:04