Περπατούσε ευθυτενής,
σαν απόλυτα αναμάρτητος,
δίπλα στην όχθη του φαραγγιού της λιτανείας,
ακολουθώντας την βουή της χαράδρας,
με τις θλιμμένες ιτιές της μετάνοιας.
Φλογισμένο από ιδρώτα,
το αντίδωρο της Κυριακής καυτό στο χέρι,
πρόσφερε τώρα αγώνα,
στα ράμφη των πεινασμένων πουλιών
και νότες ζωής στην ξεραμένη τους γλώσσα,
για την σαγήνη των φτερών της αποδημίας.
Λυγερόκορμη στην απέναντι όχθη η δικαιοσύνη,
με όψη κατηφή και μισόκλειστα μάτια,
τρεμόπαιζε των βλεφάρων τα τόξα,
τους λευκούς σταυρούς αναμετρώντας,
στα πεδία με τις νεκρώσιμες στήλες.
Θέλει μεγάλη αντοχή και δύναμη,
ν’ αγγίζεις την πληγή χωρίς δάκρυα.