Υπόθεση Πολέτη
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-339-8
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 4/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 20/10/2027
€ 13.78 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 236 σελ.
Περιγραφή

Ο Αχιλλέας Γιερέμης, ένας νέος μόλις δεκαοκτώ χρόνων, χαμένος σε μια ζωή που δεν είναι φτιαγμένη για εκείνον, περνά τον καιρό του σε μια παραθαλάσσια περιοχή όπου πλούσιες οικογένειες, σαν τη δική του, κάνουν τις καλοκαιρινές τους διακοπές.

Η πρώτη σπίθα ανάβει μόλις στη ζωή του εμφανίζονται δύο κοπέλες, αδερφές από διαφορετικούς γονείς. Όλα αλλάζουν όταν, στο οικογενειακό τραπέζι όπου είναι καλεσμένος κι ο ίδιος, ο παππούς των κοριτσιών πέφτει νεκρός.

Με τη δολοφονία να παίρνει πολιτική χροιά, ο Αχιλλέας βρίσκεται στο κέντρο των ερευνών, άλλοτε ως ύποπτος κι άλλοτε ως στόχος. Προσπαθώντας να ξεφύγει από τη δίνη που φαίνεται ότι θα τον καταπιεί, βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στα θαμμένα για καιρό οικογενειακά μυστικά των εχθρών του.

Είχα καρφώσει το θολό βλέμμα μου στα νερά των ξύλων στο ταβάνι, ξαπλωμένος, σχεδόν μουδιασμένος από την πλήξη και τη ζέστη εκείνου του καλοκαιριού. Από τον κήπο άκουγα το λάστιχο ποτίσματος και τον παππού μου, που έκανε δουλειές στη ζέστη, υπό τον ανελέητο μεσημεριάτικο ήλιο και την ακόμα πιο ανελέητη γκρίνια της γιαγιάς μου. Οι ήχοι ήταν κι αυτοί θαμποί θαρρείς από την υψηλή θερμοκρασία. Όλα κυλούσαν αργά με έναν δικό τους περιπαικτικό, γεμάτο νωχελικές υποσχέσεις ρυθμό.

Ανασηκώθηκα. Οι κουρτίνες λικνίζονταν αμυδρά δίπλα στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα που πλαισίωνε σαν κάδρο ατελείωτες εκτάσεις με πορτοκαλιές.

Πώς βρέθηκα εδώ; Δεκαοκτώ χρόνων να προσέχω ένα ζευγάρι παππούδες αντί να είμαι στην Πάρο με τους φίλους μου;

Γέλασα κοροϊδεύοντας τον εαυτό μου.

Μα ποιους φίλους; Ένα μάτσο υποκριτές, ψεύτικοι όσο και τα βυζιά εκείνης της χαζής παρουσιάστριας.

Στάθηκα στα πόδια μου και σήκωσα το κεφάλι προς τον καθρέφτη. Δεν ένιωθα τίποτα. Ούτε λύπη ούτε χαρά. Κενός όσο και το είδωλό μου. Αφού έμεινα έτσι λίγο, για να με συνηθίσω ή για να με πείσω ότι υπάρχω, προχώρησα έξω στη βεράντα. Την μπροστινή βεράντα, μακριά από τους ενοχλητικούς ήχους της χειρωνακτικής δουλειάς.

Ο κεντρικός παλιός δρόμος, που περνούσε μπροστά από το εξοχικό, έμοιαζε να μην οδηγεί πουθενά, καθώς χανόταν στον ορίζοντα. Τα μάτια μου περιφέρθηκαν λίγο στο τοπίο, αλλά κάτι φωνές μού τράβηξαν την προσοχή. Στην έπαυλη της γερο-Ντιάνας, λίγα μέτρα πιο πάνω, της βασιλικότερης του βασιλέως κι αχώνευτης γριάς, είχαν αρχίσει να καταφθάνουν… κι αυτό είναι το παράξενο… συγγενείς!

Πέθανε; αναρωτήθηκα. Εδώ πρέπει να έχει έρθει όλο το σόι.

Μέτρησα πάνω από επτά αυτοκίνητα να μπαίνουν στο υπαίθριο πάρκινγκ.

«Αχιλλέα!» Η γιαγιά μου ανέβαινε την πλαϊνή σκάλα και με φώναζε.

Ήξερα πολύ καλά αυτόν τον τόνο στη φωνή της. Ήθελε να αγγαρέψει κι εμένα με τα καπρίτσια της. Δεν θα της έκανα το χατίρι. Κατέβηκα βιαστικά από την μπροστινή σκάλα και βγήκα στον κήπο. Εκεί συνήθιζα να χάνομαι, όταν δεν ήθελα να με βρουν. Τα ψηλά δέντρα, οι θάμνοι και τα λουλούδια κάθε λογής και προέλευσης έκαναν αυτόν τον κήπο χαοτικό σαν κάποιος να είχε ξεκολλήσει και να είχε φέρει εδώ ένα κομμάτι από την τροπική Βραζιλία. Μου άρεσε αυτός ο κήπος έτσι χωρίς λογική ή πλάνο. Αταίριαστος με τους γύρω του.

Χάθηκα στις σκέψεις μου, στην ασφάλεια του ήδη χαώδους τοπίου με το οποίο αβίαστα έγινα κομμάτι. Θα μπορούσα να κατοικώ εδώ στη σκιά αυτής της ραγδαία αναπτυσσόμενης μονστέρας. Ήσυχος, χωρίς κανένας να ξέρει ότι υπάρχω, χωρίς να περιμένω κάτι, χωρίς αίσθηση ή ακόμα και παλμό. Έμεινα να κοιτάω το σκούρο, ελαφρώς ποτισμένο χώμα.

Πώς θα ήταν άραγε;

Η πάντα ξεκλείδωτη εξωτερική πόρτα ακούστηκε να τρίζει δειλά.

Κάποιος γείτονας ήρθε πάλι για καφέ και κουτσομπολιό, αν και ήδη από τις πρώτες μέρες εδώ είχαμε γνωρίσει τα πάντα για τους πάντες. Ακόμα κι αυτά που οι άνθρωποι της καλής κοινωνίας κάνουν πως σοκάρονται όταν τα ακούν.

Δεν έδωσα σημασία· ούτε το κεφάλι μου δεν γύρισα προς τα εκεί.

Τι με νοιάζει άλλωστε;

Τα βήματα όμως δεν έμοιαζαν βαριά ή κουρασμένα. Ήταν ελαφριά, είχαν θάρρος. Κάτι περνούσε μέσα από τον κήπο. Καινούριο. Κάτι που δεν είχε ξαναέρθει, αλλά δεν ένιωθε ξένο. Γύρισα και με τα μάτια ακολούθησα τον ήχο που γλιστρούσε, αναπηδούσε, σταματούσε, έφευγε κι ερχόταν. Είχα καθηλωθεί σαν το θήραμα μπροστά στον τρομερό θηρευτή. Θρόισμα και ξανά ανάσα.

Μες στον κήπο είδα –σαν ψέμα– μια κοπέλα να περπατάει ζωηρά. Είδα την ανάσα της. Την ακολούθησα κρυμμένος. Κορίτσι περισσότερο παρά κοπέλα. Την είδα να διαβαίνει χωρίς δισταγμό ή γνώση και πίστεψα πως… όταν βγει στο φως, θα χαθεί.

Ξεπρόβαλε πρώτα το πόδι της κι έπειτα ολόκληρη, αφήνοντας πίσω της το σκοτάδι της ζούγκλας. Πόσο θάρρος είχε αυτό το κορίτσι, πόση ορμή ζωής. Εγώ παρέμεινα στις παρυφές της σκιάς και την παρατηρούσα κρυμμένος. Όταν την έλουσε το φως, η μέρα ζωντάνεψε, σαν να έλειπε εκείνη για να λάμψει ο ήλιος.

Μίλησε για λίγο με τους παππούδες μου.

«Αχιλλέα» φώναξε ο παππούς μου, αλλά παρέμεινα στη θέση μου.

Φάνηκε να τους αφήνει κάτι σαν γράμμα. Μετά της έδειξαν το πλακόστρωτο δρομάκι που παρακάμπτει τη ζούγκλα, κι έφυγε.

Η μέρα κατά τα άλλα κύλησε ίδια και προβλέψιμη όπως όλες οι προηγούμενες εδώ, στον παράδεισο των λωτοφάγων. Το μεσημέρι ύπνος, το απόγευμα χαρτιά κι αργότερα ειδήσεις στις εννιά. Μετά οι πόρτες κλειδώθηκαν, οι παππούδες μου κλείστηκαν στις ξεχωριστές κρεβατοκάμαρές τους μακριά ο ένας από τον άλλον, κι εγώ έσβησα το τελευταίο φως στο σπίτι.

Το χλωμό φως από το φεγγάρι έμπαινε αβίαστα στο δωμάτιό μου. Πάλι έμενα εκεί, ξαπλωμένος, να κοιτάω τα νερά των ξύλων στο ταβάνι. Απαθής, χωρίς βάρος, με μάτια ανοιχτά, αλλά όχι σε αυτόν τον κόσμο. Τα νερά των ξύλων κουνιόντουσαν, άλλαζαν μορφή, χόρευαν και γίνονταν φύλλα, με τύλιγαν, με έπαιρναν ανάμεσά τους, μορφές με ψυχή κι αφή, μα δίχως μάτια. Αφέθηκα να κρυφτώ εκεί, ανυψώθηκα. Απαλή λήθη γέμισε τα πνευμόνια και το μυαλό μου, κι ύστερα, όσο έμπαινα πιο βαθιά στον κόσμο τους κι όσο βυθιζόμουν, τόσο περισσότερο αθέατος ήμουν. Δραπέτευα ήρεμος κι απόμακρος. Η καρδιά έφθινε. Ο ορίζοντας χανόταν. Αργή ψυχρή πνοή. Χαοτικές φυλλωσιές… Έρχονταν. Πιο κοντά! Πιο κοντά! Με άκουσα να με καλώ!

Πετάχτηκα όρθιος σαν από μυϊκό σπασμό με μια τρομακτική βρογχική αναπνοή σαν ανατριχιαστικό σφύριγμα. Τρομοκρατημένος, τρέμοντας από υπερένταση και λουσμένος στον ιδρώτα, κοίταξα μία το κρεβάτι και μία το ταβάνι κάνοντας βήματα προς τα πίσω. Ακόμα δύο βήματα και χτύπησα πάνω σε ένα κομοδίνο. Τότε θυμήθηκα πως εκεί είχα κρύψει ένα πακέτο τσιγάρα. Το άνοιξα γρήγορα, τα άρπαξα μεμιάς κι έτρεξα έξω από το δωμάτιο.

«Δεν είσαι καλά!» ψιθύρισα στον εαυτό μου κι έφερα το τρεμάμενο χέρι με το αναμμένο τσιγάρο στο στόμα.

Η ησυχία της νύχτας στην μπροστινή βεράντα ντυνόταν από τον θεραπευτικό ήχο των γρύλων, κι ο νους μου σταδιακά χαλάρωσε. Δίπλα από την εξωτερική πόρτα του κήπου βρισκόταν η μοναδική για πολλά μέτρα ξύλινη κολόνα που φώτιζε τον επαρχιακό δρόμο, και το φως της διαχεόταν θολά μες στην υγρασία της βραδύπορης νύχτας.

«Πόσο όμορφα είναι».


Add: 2026-04-30 15:24:56 - Upd: 2026-05-04 08:23:10