Σε ολόκληρη την αρχαία Γραμματεία, για δύο μόνον άμαξες αναφέρεται ότι ήταν δεμένες με έναν κόμπο που δεν φαίνονταν οι άκρες του: εκείνη που, στο Γόρδιον της Φρυγίας, λύνει τον κόμπο της ο Μέγας Αλέξανδρος, κι εκείνη με την οποία, στην Ιλιάδα, φέρνει πίσω στην Τροία ο Πρίαμος την σορό του Έκτορα. Μήπως δεν πρόκειται για σύμπτωση, αλλά κάτι τις συνδέει;
Ενώ ατενίζει από τα τείχη της Τροίας τον στρατό των Ελλήνων, η Ωραία Ελένη διερωτάται πώς και δεν βλέπει ανάμεσά τους τα δύο αδέλφια της, τους -ήδη προ πολλού νεκρούς- Διόσκουρους; Έπαθε παράκρουση, ή μήπως κάποιους άλλους υπαινίσσεται;
Τι σχέση υπάρχει ανάμεσα στο σκοτεινής σημασίας λατρευτικό επίθετο της Αθηνάς ως «Παλλάδος», με το οποίο αναφέρεται σε αυτήν ο Όμηρος, και τους χορούς με μπάλα που περιγράφονται σε ορισμένα επεισόδια της Οδύσσειας;
Όλοι μας φανταζόμαστε τον Οδυσσέα να είναι σαράντα πέντε, το πολύ πενήντα ετών, όταν επιστρέφει στην Ιθάκη. Μήπως, όμως, ήταν πολύ μεγαλύτερος; Μήπως πιο ηλικιωμένοι είναι και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές του έπους;
Σε ετούτα και πολλά άλλα, απρόσμενα και εκ πρώτης όψεως άτοπα ή και προκλητικά ερωτήματα δίνεται μία τεκμηριωμένη απάντηση στις οκτώ μελέτες τού ανά χείρας βιβλίου.