Και εγένετο ειρήνη / Και εγένετο φως
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-320-6
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 2/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 24/8/2027
€ 12.72 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 142 γρ., 94 σελ.
Περιγραφή

Δύο φωνές, δύο ανθρώπινες υπάρξεις, άλλοτε ως φωνές ενός χορού αρχαίας τραγωδίας, άλλοτε ως η φωνή του κορυφαίου, του τραγικού ήρωα ή ενός προφήτη, συναντιούνται στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Σε μια διαρκή συνομιλία με τον χρόνο, τον θάνατο, τη μνήμη και τη μοναξιά, αναζητούν τον άνθρωπο και τα μεγάλα και μικρά νοήματα της ύπαρξης.

Η πορεία τους κινείται ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο, στη νηφαλιότητα και την παραμόρφωση, στη διαύγεια και την τρέλα. Η γλώσσα γίνεται άλλοτε εξομολογητική και άλλοτε στοχαστική, καθώς οι φωνές παλεύουν με τον φόβο, την απώλεια, την ανάγκη για συντροφικότητα και τη βαθιά επιθυμία για λύτρωση.

Το Και εγένετο ειρήνη / Και εγένετο φως συνθέτει μια αλλόκοτη, μα φωτεινή μελωδία· μια ποιητική διαδρομή που, μέσα από τον πόνο και την αποδόμηση, οδηγεί σε ένα φως αλλιώτικο, καθαρτήριο.

(Ένας άντρας γύρω στα σαράντα, ξαπλωμένος στο κρεβάτι μικρού δωματίου. Εμφανώς καταβεβλημένος. Στο κομοδίνο λίγα βιβλία και χαρτιά ατακτοποίητα και φωτογραφίες. Ένα πακέτο τσιγάρα και τρία ποτήρια με διαφορετικό περιεχόμενο. Στη βιβλιοθήκη, απέναντι, πολλά βιβλία στοιβαγμένα με αταξία το ένα πάνω στο άλλο και πολλές φωτογραφίες όρθιες, στημένες στα βιβλία. Ένα κλουβί με ένα καναρίνι. Ακούγεται μουσική: το Κονσέρτο αρ. 21 για πιάνο του Μότσαρτ. Η κοπέλα που κάθεται στο πλάι είναι πολύ νέα. Ο άντρας μιλά.)

Βρέχει απ’ ό,τι ακούω. Βρέχει πολύ. Δεν είναι εκπληκτικό; Ακόμα και τούτη τη στιγμή δεν μου είναι καθόλου αδιάφορο το γεγονός πως βρέχει. Μπορώ να πω, μάλιστα, πως απολαμβάνω τον ήχο της βροχής. Πάντα απολάμβανα τη βροχή. Νομίζω ότι ο μόνος ουσιώδης διαχωρισμός των ανθρώπων σε δύο κατηγορίες θα ήταν εκείνος ανάμεσα σε όσους άκουσαν, αφουγκράστηκαν ή ακόμα και συνομίλησαν με τη βροχή, και σε εκείνους που τίποτε δεν ένιωσαν από τον ήχο, τον ρυθμό, τη μελωδία, τον ύμνο της…

Βροχή! Η ένυλη ένωση του ουρανού με τη γη… Ο ισχυρός δεσμός. Η ζωή η ίδια.

Πόσο όμορφα να περπατάς στη βροχή. Να περπατάς. Αργά. Όχι να τρέχεις να κρυφτείς. Να περπατάς αργά και η βροχή να πέφτει πάνω σου, λυτρωτικά και καθαρτήρια.

Αλήθεια, δεν μπορεί να είναι σύμπτωση: όταν βρέχει, απ’ όλα τα πλάσματα του κόσμου ετούτου, βγαίνει μπροστά το σαλιγκάρι. Το πιο αργοκίνητο του κόσμου πλάσμα βγαίνει για να γευτεί αχόρταγα, να απολαύσει το δώρο της βροχής.

Ακόμη απολαμβάνω τη βροχή. Θα έλεγα μάλλον ότι τώρα την απολαμβάνω πιο απόλυτα.

(Η κοπέλα φαίνεται να δακρύζει και διακριτικά προσπαθεί να σκουπίσει τα μάτια της.)

Α όχι! Όχι τέτοια. Αν σου επιτρέπω – ναι, επιτρέπω! Το τονίζω το ρήμα – να έρχεσαι και να κάθεσαι εδώ αυτές τις λίγες ώρες, δεν θα ανεχτώ εκδηλώσεις συναισθηματικών ακροτήτων από μέρους σου. Αυτές μόνο δικές μου μπορεί να είναι. Ο κανόνας είναι αυτός. Κι αν ο κανόνας αυτός δεν σε καλύπτει, μπορείς να φύγεις.

Η παρουσία σου, να ξέρεις, καθόλου δεν μου είναι απαραίτητη, ίσως μάλιστα συχνά δεν μου είναι καν στοιχειωδώς ευχάριστη.

Αλήθεια, δεν ξέρω αν πραγματικά σε αγάπησα ποτέ. Πέρασε μια ολόκληρη ζωή (έστω κι αυτή η κουτσουρεμένη, σύμφωνα με τους μέσους όρους προσδόκιμου, ζωή) και ανάθεμα αν μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι σε αγάπησα. Νομίζω πάντως ότι αγαπήθηκα. Ναι, αυτό νομίζω ότι μπορώ με βεβαιότητα να το πω.

Δεν αναφέρομαι σε εσένα!

«Νομίζω» είπα «με βεβαιότητα». Εμφανώς άστοχη διατύπωση. Αν νομίζεις, δεν είναι βεβαιότητα. Αν πάλι είναι βεβαιότητα, δεν νομίζεις· υποστηρίζεις, διαλαλείς.

Ναι, πιθανώς δεν σε αγάπησα. Ίσως δεν ήσουν παρά μια σύμπτωση σε έναν καιρό κακό, μια στιγμή αδυναμίας ανθρώπινης. Ίσως πολλά να σου ’πα ψέματα… Μα ίσως και όχι.

Δεν νομίζω ότι είμαι κακός. Αλλά και πάλι, δεν είμαι σίγουρος. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν με ενδιαφέρει πια τι είμαι. Ίσως το μεγαλύτερο λάθος στην ιστορία της σκέψης –δεν λέω της διανόησης· απεχθάνομαι τη λέξη ετούτη– είναι το γελοίο «γνῶθι σαυτόν». Τι μεγάλη ανοησία! Να μάθεις τον εαυτό σου, λέει. Χαχα! Πόσο ανόητος να μην κατάλαβε ότι ο εαυτός σου δεν είναι ένας, μα δύο, τρεις, δέκα, χιλιάδες! Ε ναι, λοιπόν! Είμαι κακός! Υπήρξα τέρας κακίας και είχα απόλυτη επίγνωση της κακίας μου αυτής σε στιγμές. Σαν όλη η ηδονή να διαπερνούσε την ψυχή μου νιώθοντας –επιτέλους– την πολυπόθητη συνάντηση με τον Διάβολο, την έντιμη εκείνη συναλλαγή: «Να η ψυχή μου, δική σου, δώσε αφειδώς τα δώρα σου!»

Μα, ήταν καλό το αντίτιμο, άξιζε…

(Ήρεμα, μετά από παύση.)

Μα, δεν ήταν πάντα έτσι. Ίσως σπανίως ήταν έτσι. Ναι, ναι, το ξέρεις κι εσύ καλά. Χρυσάφι έμοιαζε η ψυχή μου, κάποτε με είπαν και πρίγκιπα… (Γελάει.) Κι όμως, δεν το απορρίπτω. Υπηρέτησα ευγενώς και με όλο μου το είναι τα υψηλά ιδεώδη… Όχι, όχι, δεν ειρωνεύομαι. Νομίζω διέθετα εκείνο το υλικό για να με αποχαιρετήσει κάποιος λέγοντας το τετριμμένο: «Ήταν καλός άνθρωπος». Μα, τι σημασία μπορεί να έχουν όλα αυτά τώρα;

«Ποιος είμαι;», «Ποιος ήμουν;», «Ποιος υπήρξα και γιατί;». Ίσως χαθήκαμε στην αναζήτηση του ποιοι είμαστε και λησμονήσαμε απλώς ότι είμαστε… Κι έτσι, έτσι ίσως πάψαμε ακόμα και να είμαστε…

(Ακολουθεί περίπου μισό λεπτό σιωπής. Η κοπέλα πιάνει το χέρι του άντρα. Αυτός πάει να το τραβήξει. Το αφήνει τελικά.)

Αγάπη… Αγάπη… Κενολογίες… Κυρίως υποκρισία. Ένα μεγάλο αιώνιο, προαιώνιο ψεύδος. Το ανθρώπινο είδος είναι το μόνο με το χάρισμα της υποκρισίας, προικισμένο με το δώρο, το ταλέντο του ψεύδους. Δες, τα εννιά στα δέκα χαμόγελα – τι εννιά στα δέκα; Τα ενενήντα εννιά στα εκατό δεν είναι παρά ένα ψέμα, παρά μια υποκρισία.

Ναι, ναι, έτσι είναι. Μην αμφιβάλλεις καθόλου και μη δυσφορείς. Ίσως, βέβαια, εσύ είσαι μικρή. Δεν ξέρεις. Νομίζω ότι ποτέ δεν ήξερες τίποτα. Ίσως πάντα αυτό με εξόργιζε σε εσένα. Κάποτε έπρεπε να μιλήσεις κι εσύ! Ήταν εξοργιστική η σιωπή σου. Ήσουν ανύπαρκτη, άφωνη. Όχι, όχι, δεν μιλώ για εκείνες τις όμορφες σιωπές που και μια λέξη, μια ανάσα είναι πολλή για να τις τραυματίσει, να τις ποτίσει με σταγόνες από το πιο βρόμικο και σάπιο αίμα. Μιλώ για εκείνη την εκκωφαντική σιωπή, όταν τα αυτιά –μα περισσότερο η ψυχή– ζητούσε λίγες λέξεις.

(Παίρνει ένα τσιγάρο και το ανάβει, αφήνοντας το χέρι της κοπέλας. Η κοπέλα δείχνει μια δυσφορία μα δεν μιλάει. Μετά από λίγη σιωπή μιλάει πάλι, κάπως απαξιωτικά.)

Και τώρα πάλι απορώ με τον εαυτό μου. Γιατί σε ανέχομαι εδώ; Αν δεν σ’ αγάπησα ποτέ, αν σιωπηλή, απούσα ήσουν όταν διψούσα για μια λέξη σου, γιατί σε έχω εδώ, μόνο εσένα απ’ τους ανθρώπους όλους, να έρχεσαι να στέκεσαι κοντά μου; (Γελάει δυνατά.) Άλλωστε, εγώ ήμουν ο μισάνθρωπος! Ακόμα κι εσύ τον αποδέχτηκες τον χαρακτηρισμό που μου έδωσαν κατά καιρούς. Ο μισάνθρωπος. Ο λύκος! Γιατί σε ανέχομαι; Γιατί σε ανέχτηκα;

Μισάνθρωπος…


Add: 2026-03-19 11:55:35 - Upd: 2026-03-19 14:30:23