Αν καμιά φορά σού τύχει και βρεθείς στην πολιτεία των μεταλλείων, σ’ όποια και να ’ναι μεριά στην πολιτεία των μεταλλείων, κοίταξε τα αλλόκοτα μηχανήµατα µε τα πολλά λουριά και µε τα λογής λογής σκαρφίσµατα του νου του ανθρώπου, όμως κοίταξε και τους ίδιους τους ανθρώπους. Κοίταξε τα παιδιά. Από καιρό σε καιρό ερχότανε κανένας μορφοντυµένος ταξιδιώτης να επισκεφτεί τις εργασίες, βαστούσε τη φωτογραφική του μηχανή και το μπαστούνι του, και κούναγε το κεφάλι του πως είχε καταλάβει τούτο ή εκείνο που του εξηγούσε ο εργοδηγός. Εμάς µας χαιρετούσε χαμογελώντας μια καταδεχτικά κι ως εκεί – δε µας πολυκοίταζε, δε στεκότανε σαστισμένος να µας κοιτάξει. Θαν το ’βρισκε βέβαια φυσικό που ήµασταν κειδά. Όμως, αν τύχει και βρεθείς καμιά φορά στην πολιτεία των μεταλλείων, κοίταξε που σου λέω, και τότε ίσως πεις και συ αποµέσα σου πως έχω δίκιο αν παραπονιέμαι· κι αν σε ζηλεύω εσένα, που σε πιστεύω τυχερό στη ζωή. Βάλε όμως τα µάτια της καρδιάς σου και κοίταξε.


