Σκοτεινός Σαρωνικός
Εξώφυλλο/εικαστικό: Προύσαλης, Στράτος
Επιμέλεια κειμένου: Λεγάκη, Φωτεινή
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-319-0
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 2/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 14.84 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 321 γρ, 256 σελ.
Περιγραφή

Η Ηώ, νεαρή αρχιτεκτόνισσα, παραμονές Πάσχα του 2022 μετακομίζει στη Σαρωνίδα. Λίγο πριν εγκατασταθεί στην περιοχή, αισθάνεται μια απειλή, έναν κακό οιωνό, όμως δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία. Πηγαίνοντας στη νέα της κατοικία, γνωρίζεται και αρχίζει μια ερωτική σχέση με τον διάσημο Λεωνίδα Μάγκα, ερευνητή δημοσιογράφο με μεγάλες επιτυχίες στην εξιχνίαση εγκλημάτων.

Η νέα της ζωή τη συναρπάζει, αλλά κάτι της δημιουργεί ανησυχία. Η παλιά συμμαθήτρια, συμφοιτήτρια και καλύτερή της φίλη, η Ζώγια, έχει εξαφανιστεί ανεξήγητα.

Με τη βοήθεια του Λεωνίδα, της αστυνομίας, αλλά και φίλων –ή και όχι τόσο– προσπαθεί να τη βρει. Στην έρευνα εμπλέκονται ένας συγγραφέας νουάρ μυθιστορημάτων, ένας ηθοποιός, δύο σημαντικοί αρχιτέκτονες, ένας ιδιόρρυθμος καθηγητής Μαθηματικών και μια συνταξιούχος. Όλοι αυτοί κάτι έχουν να αποκαλύψουν ή να κρύψουν: ενοχές, συμπλέγματα, απωθημένα αισθήματα, φόβους και ίσως ένα πτώμα.

Η αναζήτηση θα διαρκέσει δύο χρόνια, και όταν τελειώσει, ο Σαρωνικός θα έχει σκοτεινιάσει και τίποτα πια δεν θα είναι το ίδιο για κανέναν τους.

ΗΩ

Παρασκευή πριν από το Σάββατο του Λαζάρου

Περπατούσε αργά, συγχρονισμένη με το ηλιοβασίλεμα. Είχε εμμονή με αυτή την ώρα και με αυτήν τη θέα. Από την επόμενη εβδομάδα θα την έβλεπε καθημερινά. Θα γινόταν μόνιμη κάτοικος Σαρωνίδας. Η ακτή, γεμάτη μικρά ακρωτήρια, τοποθετημένα στρατηγικά απέναντι από το τόξο κατάδυσης του ήλιου, αποτελούσε έναν τόπο ειδικά δημιουργημένο για εκείνη. Το ήξερε.

Το παραλιακό μονοπάτι συγκέντρωνε τους ερασιτέχνες αθλητές της περιοχής. Ήταν καθημερινή, λίγο πριν από το Πάσχα, και τα σκοτεινά σπίτια του χειμώνα άρχιζαν να φωτίζονται και να αποκτούν τη θερινή τους όψη. Κάθισε σε ένα παγκάκι για να αφοσιωθεί στην αίσθηση. Τα χρώματα στον ορίζοντα άλλαζαν από πορτοκαλί σε κατακόκκινα. Σε λιγότερο από μερικά λεπτά το φως είχε αδυνατίσει και είχε μεταλλαχτεί σε ιώδες. Εμφανίστηκε ο αποσπερίτης και σηκώθηκε αέρας ρυτιδώνοντας το νερό, που έως τότε φάνταζε ακίνητο σαν γυαλί. Όπως πάντα, βιάστηκα να φορέσω καλοκαιρινά. Ξετύλιξε το στενό φουλάρι γύρω από τον λαιμό της και προσπάθησε να σκεπάσει τους ώμους που άφηνε γυμνούς η μακό μπλούζα. Προχώρησε προς το αυτοκίνητο. Έπρεπε να προλάβει να γυρίσει στου Ζωγράφου πριν από την ώρα που θα άρχιζε η πολυδιαφημισμένη έκτακτη εκπομπή «Ο Μάγκας διαλύει το σκοτάδι». Ήθελε να τη δει. Κι έπρεπε να περάσει να ψωνίσει και γατοτροφές. Πριν ξεκινήσει, γύρισε να κοιτάξει για άλλη μια φορά τον Σαρωνικό κόλπο. Στο βάθος πετούσαν γλάροι. Της φάνηκαν κακός οιωνός. Της θύμισαν Χίτσκοκ.


ΑΡΙΣΤΟΣ

Παρασκευή πριν από το Σάββατο του Λαζάρου

Κοιτούσε το ηλιοβασίλεμα από τη βεράντα, το μόνο καλό σημείο του διαμερίσματός του. Αυτή η θέα και το φτηνό νοίκι τον είχαν οδηγήσει να μείνει εκεί. Για πενήντα τετραγωνικά μπροστά στη θάλασσα πλήρωνε διακόσια ευρώ τον μήνα, όμως έπρεπε να ανεβαίνει τέσσερις ορόφους σκαλοπάτια –δεν υπήρχε ασανσέρ– και να περπατάει έναν ατελείωτο εξωτερικό διάδρομο. Ήταν λίγο ανατριχιαστικό τον χειμώνα, που δεν κατοικούσε κανείς άλλος σε αυτή την πτέρυγα του τεράστιου τσιμεντένιου κτιρίου, μόδας, νοοτροπίας και αισθητικής της εποχής της χούντας. Είχε καιρό να βαφτεί και το μεγαλύτερο κομμάτι του ήταν σχεδόν πάντα έρημο. Στις άλλες πτέρυγες υπήρχαν ελάχιστοι ενοικιαστές, που ήταν κακοπληρωμένοι εργαζόμενοι σε κοντινά εστιατόρια ή βενζινάδικα και σε λίγο πιο μακρινά εργοστάσια στα Μεσόγεια. Αν το συντηρούσαν –ο σοβάς είχε ξεφτίσει παντού–, αν φύτευαν τον κήπο, όπου είχε μείνει πια ένα ξερό χώμα, ίσως να μετατρεπόταν σε έναν κακόγουστο, αλλά ανεκτό τόπο θερινής διαμονής. Έτσι παρατημένο και καταθλιπτικό, μόνο νεοφερμένους μετανάστες και ναυάγια της ζωής μπορούσε να προσελκύσει για να κουρνιάσουν ή να αποσυρθούν.

Δεν το είχε καταλάβει από την αρχή ότι είχε μετατραπεί σε ναυάγιο. Βυθιζόταν σιγά σιγά. Κάποτε μάλιστα νόμιζε ότι ήταν επιλογή του. Αλλά δεν ήταν. Το αντιλήφθηκε αργά. Είχε αρχίσει από την εμμονή του με τους υπολογιστές. Γοητευόταν από τα παιχνίδια τους, από τη γλώσσα τους, από τους ήχους τους, κι έτσι, παρόλο που δεν ήταν το κύριο αντικείμενο των σπουδών του, των μαθηματικών, κατέληξε να βιοπορίζεται ως προγραμματιστής λογισμικού.

Τα πρώτα χρόνια συνεργαζόταν και με άλλους για τα γραφικά. Εκείνοι του έβρισκαν πελάτες, τον σύστηναν, τον προωθούσαν. Είχε κάποιες κοινωνικές σχέσεις, λίγες επαφές με ανθρώπους, παρόλο που ποτέ δεν ήταν το δυνατό του σημείο. Τότε ακόμη ζούσαν η μητέρα και ο πατέρας του, που έδειχναν ανησυχία, επειδή τον έβλεπαν μονάχο, χωρίς φίλους, χωρίς συναισθηματικές διασυνδέσεις. Προσπαθούσε να τους καθησυχάζει προσκαλώντας μερικές φορές παλιούς συμμαθητές. Κάποτε είχε κουβαλήσει στο σπίτι και μια κοπέλα για φαγητό, υπονοώντας ότι υπήρχε κάτι περισσότερο μεταξύ τους, δεν ήταν όμως σίγουρος ότι μπόρεσε να ξεγελάσει τους γέρους του. Όταν εκείνοι πέθαναν, σε κοντινές ημερομηνίες ο ένας με τον άλλον, ένιωσε να απελευθερώνεται. Μπορούσε να μην ξανακαλέσει κανέναν, μπορούσε να μην ξανακάνει καμία προσπάθεια να είναι γελαστός, ομιλητικός, αρεστός. Δεν είχε ανάγκη ούτε καν από λεφτά· τα έξοδά του ήταν μόνο τα απαραίτητα ρούχα και τα βασικά είδη διατροφής για εκείνον και τον σκύλο του, τον Τομ. Θα έστηνε πεντέξι ιστοτόπους τον χρόνο και θα μπορούσε να ζει άνετα με τις αμοιβές που θα εισέπραττε.

Στην αρχή κατασκεύαζε πεντέξι, μετά ελαττώθηκαν σε δυο τρεις κατ’ έτος, έως ότου μηδενίστηκαν. Οι άνθρωποι που είχαν συνεργαστεί μαζί του τον ξέχασαν και δεν υπήρχαν άλλοι να τον γνωρίσουν, να τον χρησιμοποιήσουν, να τον συστήσουν. Δεν ήταν καμιά ιδιοφυΐα στον τομέα του, είχε αναδυθεί στο μεταξύ και μια νέα γενιά κομπιουτεράδων με βαθύτερες γνώσεις και περισσότερες ικανότητες, κι έτσι εκείνος έγινε αόρατος.

Ούτε αυτό το κατάλαβε αμέσως. Νόμιζε ότι ήταν μια κρίση μέσα στη γενικότερη οικονομική καταστροφή που βίωνε η Ελλάδα. Σιγά σιγά το αντιλήφθηκε και το αποδέχτηκε, αλλά αντί να προσπαθήσει να το αναστρέψει, προτίμησε να πουλήσει το σπίτι που είχε κληρονομήσει και να επενδύσει –πάντα μέσα από τον υπολογιστή του– στην εξόρυξη κρυπτονομισμάτων. Το αποτέλεσμα ήταν να μείνει χωρίς έσοδα και χωρίς στέγη. Τότε έβαλε αγγελία σε συλλόγους αποφοίτων πανεπιστημίων ή σχολείων που βρήκε στο ίντερνετ, σε ομάδες στο Facebook και όπου αλλού μπόρεσε να βρει ηλεκτρονική πρόσβαση, ώστε να κάνει διαδικτυακά μαθήματα στα παιδιά των μελών τους. Τόλμησε να διαφημιστεί ως ο ιδανικός προγυμναστής για τα απαιτητικά μαθηματικά του λυκείου, προτάσσοντας ότι υπήρξε πρώτος στο έτος του όταν αποφοίτησε.

Η αγγελία του συνέπεσε με τον εγκλεισμό λόγω του κορονοϊού και στην αρχή πήγε σχετικά καλά. Τον τελευταίο καιρό, όμως, όλο και περισσότεροι μαθητές του ζητούσαν την άμεση επαφή διά ζώσης, και αυτό του προκαλούσε πανικό. Είχε πια ξεχάσει πώς να φοράει τη μάσκα του μέσου ανθρώπου πάνω από το δικό του πρόσωπο. Για λίγες ώρες και με διακοπές μπορούσε να το κάνει στο διαδίκτυο, όχι όμως κλεισμένος με κάποιον σε ένα δωμάτιο. Ήξερε ότι θα άντεχε για ελάχιστο διάστημα, και μάλιστα μόνο με εκείνους που φανταζόταν ότι δεν θα είχαν τόσο έντονη παρουσία, ώστε να τον επιβαρύνουν ψυχολογικά. Το επεξεργάστηκε, το δέχτηκε και, έχοντας την εμπειρία της αποκοπής από τον προγραμματισμό ιστοτόπων εξαιτίας της μισανθρωπίας του, ανέπτυξε ένα δικό του μαθηματικό μοντέλο για το πόσους μαθητές και τι ηλικίας θα έπρεπε να διδάσκει κατ’ ελάχιστο, για να μπορούν να ανανεώνονται.