Ποια άλλη πόλη προσφέρεται για να ζήσει κανείς τον απόλυτο έρωτα, αν όχι η πλανεύτρα Βενετία, η πανούργα συλφίδα με τα δύο πρόσωπα; Κυριευμένος από μια πρωτόγνωρη λαχτάρα να ταξιδέψει, να ξεφύγει για λίγο από τα βάσανα και τις σκοτούρες της τέχνης που υπηρετεί με τυφλή αφοσίωση και ανυποχώρητο πείσμα, ο μεσόκοπος συγγραφέας Γκούσταβ φον Άσενμπαχ, η ενσάρκωση του απολλώνιου ευρωπαϊκού πνεύματος, θα βρεθεί μπλεγμένος στα δίχτυα του απαγορευμένου του έρωτα για ένα πανέμορφο δεκατετράχρονο αγόρι και θα υποκύψει στην οργιαστική μανία του «ξένου θεού», που θα κάμψει βίαια τις αντιστάσεις του για να σαρώσει τα πάντα στο διάβα του, εκμηδενίζοντας όλη του την ενάρετη και συγκροτημένη ύπαρξη, αφήνοντας το πνευματικό οικοδόμημα της ζωής του σωριασμένο σε ερείπια. Με γονδολιέρη και συνοδοιπόρο τον ίδιο τον Χάροντα, σε αναζήτηση του αιώνιου κάλλους, με τη χολέρα να σέρνεται ανενόχλητη στα βρόμικα σοκάκια της πόλης και τις διεφθαρμένες αρχές του τόπου να αποσιωπούν και να συγκαλύπτουν την επιδημία, ο ερωτόπληκτος άντρας θα αφήσει τον μειλίχιο ψυχοπομπό με την πελιδνή όψη να τον συντροφέψει στο αχερόντειο ταξίδι του και να του ανοίξει τις πύλες της απεραντοσύνης για να του αποκαλύψει έναν κόσμο όλο φλογερές υποσχέσεις.
Η νουβέλα γράφτηκε το 1903 από τον Μαν και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πρώιμα έργα του λειτουργώντας ως ένα είδος θεωρητικής και αισθητικής δήλωσης για τον ρόλο του καλλιτέχνη στη σύγχρονη κοινωνία. Παρότι σχετικά σύντομη, η νουβέλα καταλαμβάνει κομβική θέση μέσα στο σύνολο του έργου του συγγραφέα, επειδή συμπυκνώνει ζητήματα που τον απασχόλησαν σε όλη τη συγγραφική του πορεία: τη σύγκρουση μεταξύ τέχνης και ζωής, την ένταση ανάμεσα στον αστικό κόσμο και τον καλλιτεχνικό ιδεαλισμό, την ψυχολογία της αποξένωσης και τη διττή ταυτότητα του δημιουργού. >>>