Ο Γιάννης Νταλιάνης, με τη διασκευή του, δίνει φωνή και στη γυναίκα, που στο πρωτότυπο παραμένει σιωπηλή. Μια φωνή γεμάτη ζωντάνια που, καθώς επιζητά την επαφή, φιμώνεται γιατί αποτελεί κίνδυνο και απειλή για τους νόμους μιας πατριαρχικής κοινωνίας.
Τελικά μέσα από την αναμέτρηση δύο κόσμων –του ανδρικού λόγου και της γυναικείας σιωπής– αναδύεται μια σκηνική «ανατομία» της εξουσίας, της αγάπης και της εσωτερικής αποξένωσης.
«Προχωρώντας στη θεατρική διασκευή της Ήμερης αποφάσισα να διατηρήσω τη μορφή του μονολόγου αλλά να δώσω αιφνιδιαστικά θραύσματα διαλογικών σκηνών με στόχο να αναδείξω τη ζωντάνια και την ενεργητικότητα της γυναίκας (έτσι όπως περιγράφεται άλλωστε στο διήγημα), καθώς και τη δραματική πορεία της προς τη σιωπή, την απόσυρση από τη ζωή και την τελική πτώση. Κάποιες στιγμές μάλιστα παίρνει αυτή τη σκυτάλη του μονολόγου και υπαινίσσεται κάποιες απαντήσεις στα ερωτήματα του συζύγου, αλλά αυτός δεν την ακούει, όπως δεν την άκουσε ποτέ. […] Σε κάθε περίπτωση, η κυρίαρχη εντύπωση που μένει είναι η αίσθηση μιας απελπιστικής μοναξιάς όλων των ηρώων. Ικανή να μας συγκινήσει και ίσως να μας προτρέψει προς μια ουσιαστική, ανθρώπινη συνύπαρξη», αναφέρει ο Γ. Νταλιάνης στο εισαγωγικό του σημείωμα.