Μπορεί τα συμπόσια να μην εγγράφονται στον ορίζοντα των δημιουργικών κορυφώσεων κάθε πολιτισμού, αναμφισβήτητα, όμως, είναι ένας αξιοπρόσεκτος και αναγκαίος βηματισμός τους. Ιδιαίτερα στην περίοδο του κλασικού κόσμου αποτελούσαν μια δυνητική πραγματικότητα προαγωγής φιλοσοφικού στοχασμού και λόγου, ένα ευχάριστο «τοπίο» συνάφειας διαφορετικών ειδών λόγου και μια «τομή» στην καθημερινότητα.
Ως μια εξέχουσα μορφή έκφρασης της οργανωμένης κοινωνικής και θρησκευτικής ζωής και εγγενές γνώρισμα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού απέκτησαν ενδιαφέρουσες διαστάσεις.
Μια από αυτές ήταν ο συμποτικός λόγος, ένας μη συμβατικός, μη τυπικός λόγος, με έντονο το στοιχείο της φιλοσοφικότητας και θρησκευτικότητας, σημασιοδοτικά ανοιχτός, ευχάριστος και φιλικός, ενταγμένος στο curriculum της προκλασικής και κλασικής Αθήνας με πολύπτυχο αντίκτυπο (διάλογος + συμπερίληψη + ενσυναίσθηση). Μέσω αυτού του λόγου προσλαμβάνεται η υφή μιας θεωρίας και πρακτικής του βίου στη βάση μιας καθημερινής εμπειρίας (συμπόσια), όπου οι άνθρωποι επικοινωνούν μεταξύ τους


