«Θέλω να ζήσω, μάνα. Θα γυρίσω νωρίς, σ’ το υπόσχομαι. Τι λες, να πάω;»
Θυμάμαι πώς περίμενα την απάντηση της μάνας μου, τότε που ήμουν έφηβη, μαγνητισμένη από τα υπέροχα πράσινα μάτια της. Εκείνα τα μάτια που κατάφερναν να υπνωτίζουν κάθε μου βούληση και με έκαναν να υποτάσσομαι σε θελήσεις που δε με αντιπροσώπευαν.
Τώρα που σας μιλάω, έχω συμπληρώσει ήδη σαράντα πέντε χρόνια ζωής. Κάθομαι στο περβάζι της ταράτσας του πατρικού μου σπιτιού στο Νέο Ηράκλειο, κουνώντας τα πόδια μου στο κενό και χλευάζοντας όλους τους λόγους που θα έκαναν τη ζωή μου να δείχνει όμορφη. Θα μπορούσα, αν ήθελα, να ουρλιάξω ή να κάνω τη μεγαλύτερη απρέπεια που περνάει από το μυαλό σας, επειδή είναι πραγματικά απίστευτα τα δικαιώματα που αποκτά κάποια η οποία έχει αποφασίσει να δώσει τέλος στη ζωή της.
Κατανόηση ζητάω από σας και αποδοχή, τώρα που το τίποτα φαντάζει να αποκτά νοήματα μεστά.
Για να τo πετύχω όμως, θα πρέπει να γυρίσω πολλά χρόνια πίσω…


