Ψάχνει, όλο ψάχνει εκείνα τα ονόματα που κάποτε φαντασιωνόταν, μήπως και της προσδιορίσουν ένα κάποιο πρόσωπο. Όλα βαριά για τα χρόνια της, ξένα.
Αφήνεται να είναι για τους έξω μια γηραιά κυρία. Μέσα μια ακαθόριστη σκιά με ανεπάγγελτα χέρια που μόνο ξηλώνουν. Κι όσο ξηλώνουν, ξεχειλώνει πέρα απ’ τα όρια της γυναίκας στο αχανές ο άνθρωπος. Τρομοκρατείται! Τρομερό να μένει στο σπίτι που της ανήκει, αλλά πλέον δεν ανήκει! Την εξορίζει στο ανέστια. Πώς να διατεθεί σε τόση ελευθερία; Γυναίκα αυτή, τροφός έτερων υπάρξεων.
Ελευθερία! Δεν ευδοκιμεί στα ερείπια.