Με αξιοποίηση άνω των 2.000 αδημοσίευτων δικαστικών αποφάσεων και εκτενούς υλικού από την πρακτική των κτηματολογικών γραφείων, η μελέτη συστηματοποιεί για πρώτη φορά τη σχετική νομολογία και πρακτική, αναδεικνύοντας με ενάργεια την «γκρίζα ζώνη» μεταξύ πρόδηλου σφάλματος και ουσιαστικής ιδιοκτησιακής διαφοράς. Χαρτογραφεί, ειδικότερα, τα κρίσιμα διαδικαστικά όρια και περιπτώσεις διασταύρωσης μεταξύ εξωδικαστικής και δικαστικής διόρθωσης, που συνιστούν τον σκληρό πυρήνα του δικονομικού κτηματολογικού δικαίου. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στις σύνθετες περιπτώσεις διηρημένων ιδιοκτησιών, των δασών ή του παλαιού αιγιαλού, χωρικών μεταβολών, εγγραφών «άγνωστου ιδιοκτήτη», οι οποίες έχουν ιστορικά πυροδοτήσει σημαντικές παρερμηνείες στη νομοθεσία και τη νομολογιακή πρακτική, καθώς και στη νέα δυναμική των διατάξεων που εισήγαγαν οι νόμοι 5076/2023 και 5142/2024. Ρυθμίσεις που εξωτερίκευσαν με σαφήνεια την πρόθεση του Έλληνα νομοθέτη για ακριβείς οριστικοποιημένες εγγραφές· που πάντως θα πρέπει να ερμηνευτούν τελολογικά (και έως έναν βαθμό συσταλτικά) υπό το πρίσμα των αρχών του κλειστού αριθμού των ένδικων βοηθημάτων και της ασφάλειας των συναλλαγών, με την πεποίθηση πως η ακρίβεια δεν πρέπει να θυσιαστεί στον βωμό της ταχύτητας.
Η παρούσα μονογραφία καταλήγει, λοιπόν, σε μία δικονομική προσέγγιση του θεσμού, καταδεικνύοντας πως η δικονομία αποτελεί τον θεμέλιο λίθο για την ασφαλή και αποτελεσματική λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου στην ψηφιακή εποχή.


