Για να υποφέρει κανείς, χρειάζεται να του έχει απομείνει λίγη δύναμη. Κάτι που αντιστέκεται στον παραλογισμό. Μέχρι να φύγεις από δω, δε χρειάζεται να γνέφεις ναι. Κάτσε μόνος σου και κοίτα τον τοίχο. Ο τοίχος είναι μια καλή λύση. Κάθετος και σταθερός και αυτός που είναι. Έτσι μου λέω, έτσι μου λέω. Ύστερα, κάθομαι ακίνητος για ώρες, γίνομαι εγώ τοίχος, μέχρι που πέφτει το σκοτάδι και δεν ανάβω φως. Μ’ αρέσει να πέφτει το σκοτάδι και να μην ανάβω φως μέσα στο σπίτι. Είναι λες και μου την έφερα. Υπάρχει μια περίεργη ησυχία. Μια προσοχή, γαμώτο.
«Οι διηγηματογράφοι βλέπουν με το φως της λάμψης. Η δική τους τέχνη ανήκει στο μοναδικό πράγμα για το οποίο μπορεί κάποια να είναι σίγουρη – στην παροντική στιγμή. Ιδανικά έχουν μάθει να δρουν χωρίς εξηγήσεις για το τι συνέβη πριν και για όσα θα συμβούν μετά από αυτό το σημείο». Έτσι περιγράφει η Νοτιοαφρικανή συγγραφέας Ναντίν Γκόρντιμερ τον ιδιαίτερο τρόπο που έχει το διήγημα να επεξεργάζεται την πραγματικότητα, τον τρόπο με τον οποίο η πυγολαμπίδα λάμπει στιγμιαία στο σκοτάδι που την περιβάλλει, εκπέμποντας ένα αχνό φως γύρω από το μικρό της σώμα. >>>