Τι κωμικό πράγμα που είναι η ζωή — αυτή η μυστηριώδης επιστράτευση άπονης λογικής για έναν μάταιο σκοπό. Το πολύ-πολύ που μπορείς να ελπίζεις να αποκομίσεις είναι μια κάποια γνώση του εαυτού σου — η οποία έρχεται πολύ αργά. Μια σοδειά ανεξίτηλης πίκρας. Έχω παλέψει με το θάνατο. Είναι ο πιο πεζός αγώνας που μπορεί κανείς να φανταστεί. Διεξάγεται μέσα σ’ ένα ασχημάτιστο γκρίζο, όπου δεν υπάρχει τίποτα κάτω απ’ τα πόδια σου, ούτε γύρω σου, ούτε θεατές, ούτε οχλαγωγία, ούτε δόξα, ούτε η μεγάλη επιθυμία για νίκη, ούτε ο μεγάλος φόβος της ήττας, μόνο μια αρρωστιάρικη ατμόσφαιρα χλιαρού σκεπτικισμού, χωρίς καν πολλή πίστη στο δίκαιο του αγώνα σου, κι ακόμα λιγότερο σ’ εκείνο του αντιπάλου σου. Αν η ύστατη σοφία παίρνει αυτή τη μορφή, τότε η ζωή είναι ακόμα μεγαλύτερο αίνιγμα απ’ όσο νομίζουμε. Βρέθηκα μια ανάσα από την τελευταία ευκαιρία ν’ αποφανθώ γι’ αυτό το αίνιγμα, και ανακάλυψα ταπεινωμένος πως, μάλλον, δεν είχα τίποτε να πω. Γι’ αυτό υποστηρίζω ότι ήταν τόσο αξιοπρόσεχτος άνθρωπος ο Κουρτς. Γιατί εκείνος είχε κάτι να πει. Και το είπε.
Τα συγκεκριμένα διηγήματα μπορούμε να τα εντάξουμε στην κατηγορία του μυστηρίου και του θρίλερ. Κοινό τους θέμα, η σχέση ανθρώπου και ζώου, με τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των δύο μερών του δίπολου να θολώνονται σκόπιμα. Όπως σημειώνει ο Δημήτρης Λογοθέτης στο κατατοπιστικό επίμετρό του -που από μόνο του αποτελεί ένα κριτικό σημείωμα που ενισχύει την ποιότητα της έκδοσης-, άνθρωπος και ζώα «ανταλλάσουν καρέκλες» μεταξύ τους και ο ένας βρίσκεται στη θέση του άλλου, με συχνά τραγικά αποτελέσματα.
>>>