Έβραζε λοιπόν η σάλτσα μ’ ένα θυμωμένο βουητό, όχι σαν ηφαιστειακή λάβα πια, όπως την εποχή των ερώτων∙ έβραζε φτύνοντας παντού κόκκινα στίγματα, σαν κηλίδες αίματος απ’ τη μαχαιριά που της έδωσε ο Παύλος κατάστηθα... Έβραζε η Μάρθα, έβραζε και κοκκίνιζε σαν τη σάλτσα.