Το έργο του Μαρξ «Μισθός, τιμή και κέρδος» βγήκε από μια εκλαϊκευτική ομιλία που έκανε στα 1865, στην έδρα του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Εργατικής Ένωσης, για να απαντήσει στις λαθεμένες απόψεις, που ένα από τα μέλη του, ο Τζων Ουέστον, είχε υποστηρίξει σχετικά με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει μια αύξηση μισθών. Χρειαζόταν να αποδειχτεί ότι μια γενική αύξηση των μισθών σε χρήμα δε θα εκμηδενιζόταν -όπως είχε υποστηρίξει ο Ουέστον σε μια εισήγηση που είχε παρουσιάσει στην ίδια εκείνη έδρα της Διεθνούς Εργατικής Ένωσης - από μιαν αύξηση των τιμών τέτια που να συγκερνά την αύξηση των ονομαστικών μισθών, αλλά θα είχε αντίθετα σαν αποτέλεσμα μιαν άνοδο της αγοραστικής ικανότητας των εργαζομένων και μιαν αντίστοιχη μείωση των κερδών των κεφαλαιοκρατών. Η θέση του Ουέστον θα μπορούσε, φυσικά, αν γινόταν δεκτή, να είχε αρκετά βλαβερές συνέπειες για τις ταξικές οργανώσεις των εργαζομένων, εφόσον ουσιαστικά αρνιόταν πως θα μπορούσε να προκύψει οποιοδήποτε πρακτικό όφελος απ' τους διεκδικητικούς αγώνες για τη βελτίωση των βιοτικών συνθηκών των εργαζομένων. Έτσι, λοιπόν, γεννήθηκε το βιβλιαράκι αυτό του Μαρξ. Το οποίο, παρ' όλα αυτά, διατηρεί και στην εποχή μας ένα χαρακτήρα επικαιρότητας που, ίσα ίσα, οι σημερινές διχογνωμίες και πολεμικές του προσδίδουν μεγαλύτερη βαρύτητα, μια και αγκαλιάζουν μάλιστα το ευρύτερο πεδίο των σχέσεων ανάμεσα στους μισθούς, τα κέρδη και τη διαδικασία συσσώρευσης. Πρόκειται για ένα πεδίο που ο Μαρξ διερεύνησε βαθύτερα στο «Κεφάλαιο», ενώ «σ' αυτή την εκλαϊκευτική έκθεση περιορίστηκε να προβάλει, από το μεγαλύτερο εκείνο έργο του, τα σημεία τα πιο χτυπητά και εκείνα που είχαν αμεσότερη σχέση με την απόκρουση των θέσεων του Ουέστον. [...]