Τό πρῶτο μυθιστόρημα τοῦ Γιάννη Σκαρίμπα, ὁ Μαριάμπας, γράφτηκε καί ἐκδόθηκε σέ μιά ἐποχή ἐξαιρετικά κρίσιμη γιά τή νεοελληνική λογοτεχνία. Τόσο στήν ποίηση ὅσο καί στήν πεζογραφία ἐγκαταλείπεται βαθμηδόν ὁ παραδοσιακός τρόπος γραφῆς καί νέες τάσεις, ἐν μέρει φερμένες ἀπό τήν Εὐρώπη, ἐν μέρει γεννημένες ἀπό μιά ντόπια ἀνάγκη γιά ἀνανέωση, ἔρχονται νά ἐπικρατήσουν καί νά δημιουργήσουν ἕνα νέο ὕφος.
Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὁ Μαριάμπας βρίσκεται στήν ἐμπροσθοφυλακή τῆς πρωτοπορίας ἀφοῦ μέ τήν ἰδιαίτερη γραφή του ἐγκαινιάζει τό ἑλληνικό Ἀντιμυθιστόρημα. Ἡ πολύπλοκη ἀφηγηματική του τεχνική, ἡ τελείως προσωπική του γλώσσα, ἡ συνεχής ὑπονόμευση τῆς χρονικῆς ἀλληλουχίας, ἡ μείξη τῶν ἀφηγηματικῶν ἐπιπέδων, ἡ σάτιρα, ἡ εἰρωνεία, ὁ πρωτοφανέρωτος στήν ἑλληνική λογοτεχνία ἥρωάς του –ἀπό τούς πρώτους ἀντιήρωες τῆς ἑλληνικῆς πεζογραφίας– εἶναι μερικά ἀπό τά πιό σημαντικά συστατικά τοῦ μυθιστορήματος· ὅταν πρωτοκυκλοφόρησε, τό 1935, ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση καί προκάλεσε μεγάλους ἐπαίνους ἀλλά καί ὀργισμένες ἀντιδράσεις, πάντα ὅμως μέ κάποια δόση ἀμηχανίας μπροστά στό τελείως ἰδιότυπο ὕφος του.
Σήμερα, ὁ Μαριάμπας ἐξακολουθεῖ νά ἀποτελεῖ ἕνα πρωτοποριακό μυθιστόρημα, εἴτε σέ συνδυασμό εἴτε ἀνεξάρτητα ἀπό τά ἱστορικά συμφραζόμενα τῆς γέννησής του.